• ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΔΡΩΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ

    ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ  ΚΑΙ ΔΡΩΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ ‘’ Όποιους δε χορέψει απόψι μαύρους ψύλλους θα τουν φάει… ‘’Όπως σε όλη την Ελλάδα έτσι και στο Γήλοφο τα δρώμενα της Αποκριάς και τα αντίστοιχα τραγούδια παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Με πολύ χαρά κατέγραψα και τα παρουσιάζω γιατί ίσως κάποτε να είναι ξεχασμένα. Τα τραγούδια τα έλεγαν οι γυναίκες στο μεσοχώρι ή ακόμα και το βράδυ στα διάφορα νυχτέρια τις μέρες της Αποκριάς . Τα παρουσιάζω εδώ αυθεντικά σε τοπική διάλεκτο. ΔΡΩΜΕΝΑ ΧΑΣΚΑΡΣ Το έθιμο «Χάσκαρς» το επιβάλει η σαρακοστιανή επιταγή που λέει: «με αυγό κλείνει το στόμα το βράδυ της Αποκριάς και με αβγό ανοίγει πάλι το βράδυ της Ανάστασης» υπενθυμίζοντας τη νηστεία που πρέπει να τηρηθεί στο διάστημα αυτό. Σύμφωνα με την παράδοση, την τελευταία νύχτα της αποκριάς, η μαμά παίρνει τον πλάστη που πλάθουν φύλλα για τις πίτες δένει μία κλωστή και στην στην άλλη άκρη της κλωστής δένει ένα βρασμένο και ξεφλουδισμένο αυγό. Ολόκληρη η οικογένεια κάθετε γύρω γύρω αλλά και κάτω στο πάτωμα. Η μαμά κουνάει σαν εκκρεμές το αυγό μπροστά στα στόματα των μελών της οικογένειας. Με αυτό τον τρόπο ο καθένας απ’ αυτούς με τη σειρά προσπαθεί να πιάσει το αβγό με τα δόντια. Όποιος το καταφέρει, λένε ότι είναι τυχερός. Επειδή όλοι μένουν με το στόμα ανοιχτό(χάσκα) γι’αυτό λέγεται και χάσκα(ρ)ς.     ΣΥΓΧΩΡΕΜΕΤΑ Το βράδυ της Αποκριάς πρέπει όλοι να συγχωρέσουν ο ένας τον άλλο. Κάθε οικογένεια πηγαίνει τα παιδιά της στον παππού και την γιαγιά αλλά και στους θείους και θείες τους για να τους συγχωρέσουν. Τα παιδιά αλλά και οι μεγάλοι κάνουν μετάνοια κα ι μετά δίνουν το χέρι και λένε: Συγχωρεμένα κι ότι είπαμε νερό κι άλας. Η χαρά των μικρών είναι μεγάλη γιατί η μετάνοια αυτή αμείβεται με λεφτά. Έτσι όλα τα παιδιά θέλουν εκείνο το βράδυ να πάνε επίσκεψη.   ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ Όποιος δε χορέψει απόψι μάυρους ψύλλους θα τουν φάει μαύρους ψύλλους θα τουν φάει παρδαλός θα τουν τσιουμπήσει     ΡΩΜΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΟΣ Από πέρα από το ποτάμι κι από δώθε απ΄του Βαρλάμη* κάθεται Ρωμιός κιΤούρκος το Ρωμιό τον λένε Γιάννη κι τον Τούρκο Σουλιμάνη* Έχι η Γιάννης μια Βασίλου που’ νι κόκκινη σαν του μήλου. Τί γυρεύεις Σουλιμάνη; Δώσμι Γιάννη τη Βασίλου που’νι κόκκινη σαν του μήλου Δε στη δίνου Σουλιμάνη είσι Τούρκους κι δεν κάνει Σουλιμάνης= Σουλεϊμάν   Βαρλάμη= Βαρλαάμ (η μονή Βαρλαάμ είναι κοντά στον ποταμό Αλιάκμονα)     ΤΟΥ ΠΑΠΑ Η ΓΟΜΑΡΑ   Του παπά μας η γουμάρα στην κουπριά κυλιέται ψόφια στην κουπριά κυλιέται ψόφια κάθιτι παπάς κι κλαίει παπαδιά μοιριολουγάει σώπα σώπα ρε παπά μου διάφορο δικό μας είνι του τουμάρι του κάνου γούνα τα πουδέρια καλαμίδια     Ο ΓΕΡΟΣ Θάμα που’ δα το Σαββάτο σ’ ένα πλάτανο από κάτω επαντρύαν ένα γέρο κι του δίναν κοριτσάκι Σκύβει ου γέρους να φιλήσει σάλια μύξες την γεμίζει την τραβάει στην καλύβα σκούζι βιλάζι σαν τη γίδα και του γέρου τα πιχνίδια σαν νερόβραστα κρομμύδια     Η ΒΛΑΧΑ   Βλάχα πλένει στο ποτάμι κι άλλη βλάχα τη ρωτάει: βλάχα τι είσι σκουμπουμένη χαμηλά θιοσκουμένη τι να κάνω η κακομοίρα τέτοιον άνδρα από πήρα τα πουδά ρια μες στη στάχτυ τα τσαρούχια πάν στου φράχτη   ΟΙ ΠΟΝΤΙΚΟΙ   Πέντι πουντικοί κι δεκαουχτώ νυφίτσις γάμο έκαναν σ’ένα σπυρί στιαράκι κι του λιάζαν στης ψείρας του τουμάρι κι του φόρτωναν στου ψύλλου τα καπούλια κι του πάεναν στου μύλου να τ’αλέσουν     Ο ΑΝΔΡΑΣ   Τον άνδρα που μου έδωσες μωρ’μάνα μωρ’ μανούλα ψηλό σαν το ρεβύθι . Στην τσέρκα κι αν τον έπαιρνα φοβόταν απ’τα φλόκια. Στην στάχτη πάει κι γκλύστηκε κι βρήκι μια βιλόνα. Στα πρότα (πρόβατα)κι αν τον έστελνα φοβόταν τα τσιουκάνια. Στουν μύλου κι αν τουν έστελνα φοβόταν τα λιθάρια. Τουν τρώει η μύγα τα’άντιρα κι η σφήκα τα πλιμόνια. Το’ να βόδι έχει ζεμένο τ’ άλλο στου παχνί διμένο. Τα παπούτσια από πάν στου φράχτη τα πουδάρια μες στη στάχτη. Κι η γουμάρα μι τουν σπόρου πήρε τουν τρανό του δρόμου

    [διαβάστε στη συνέχεια]
  • ΕΘΙΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ

    ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΣΤΟ ΓΗΛΟΦΟ-ΣΦΑΞΙΜΟ ΓΟΥΡΟΥΝΙΩΝ   Τα Χριστούγεννα είναι μία από τις μεγαλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης. Σύμφωνα με την ορθόδοξη χριστιανική εκκλησία, στην οποία ανήκουν οι περισσότεροι έλληνες, είναι η δεύτερη σημαντικότερη γιορτή μετά το Πάσχα. Από την γιορτή του Αγίου Σπυρίδωνα και μετά τα παιδιά περίμεναν πως και πως την ημέρα που θα λέγανε τα κάλαντα(κόλιαντα).Κάθε βράδυ και μέχρι τις 23 Δεκεμβρίου άκουγες από τις γειτονιές: κόλιανταααααα , κόλιαντααααα. Ήταν τα αγόρια του χωριού τα οποία προειδοποιούσαν ότι έρχονται τα Χριστούγεννα. Μετά τα μεσάνυχτα της παραμονής των Χριστουγέννων, ξημερώματα 24 Δεκεμβρίου ,έρχεται η μεγάλη στιγμή και η χαρά των μικρών αγοριών.(τα κορίτσια δεν έλεγαν παλιά στο χωριό κάλαντα αλλά μόνο τον Λάζαρο το Πάσχα). Τα παιδιά κατά ομάδες, (και ήταν πολλά τότε), ξεκινούσαν για να πουν τα «κόλιαντα» στα σπίτια του χωριού. Τα έβλεπες με χοντρά μπουφάν και κουκούλες να βαδίζουν μέσα στο κρύο και στο χιόνι πολλές φορές. Από παντού ακουγόταν :   Χριστούγεννα,πρωτούγεννα πρώτη γιορτήτουχρόνου για βγάτε δέτεμάθετε που ο Χριστός γεννάται γεννάταικαι βαφτίζεται στον Ιορδάνη ποταμό ψηλά στον Άγιο Αντώνη Και τα βουνά ταράζονταν τα δέντρα προσκυνούσαν κι η Παναγία έλιγι κι η Παναγία λέει Έλα Ιορδάνη πρόδρομι Χριστό για να βαφτίσεις τώρα κινώ κι έρχουμι Χριστό για να βαφτίσω.     Τα παιδιά είχαν μαζί τους καλάθια και κακάβι (μικρό μεταλλικό δοχείο με χερούλι) για να βάζουν μέσα τα λουκάνικα και το κρέας που τους έδιναν. Δεν είχαν λεφτά όλοι τότε λεφτά να τους δώσουν. Λίγα ήταν τα λεφτά που μάζευαν τα παιδιά. Είχαν και ένα ξύλο που ήταν κάπως γυριστό από κάτω σαν μαγκούρα που το λέγαν ματσούκα . Σ’αυτό περνάγανε μέσα τις κουλούρες-κουλουράκια που τους έδιναν οι νοικοκυρές των σπιτιών. Άκουγες τότε να λένε: Κόλιαντα μπάμπω μ’ κόλιαντα, κι εμένα μπάμπω μ’ κλούρα     ΤΟ ΣΦΑΞΙΜΟ ΤΟΥ ΓΟΥΡΟΥΝΙΟΥ   Την ώρα που τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα, στις γειτονίες έσφαζαν τα γουρούνια.είχαν δηλ. γουρνοχαρά.Τα γουρούνια τότε τα τάιζαν πολλούς μήνες πριν (μερικοί από την Άνοιξη).Ζύγιζαν όλα πάνω από 80-100 κιλά το καθένα Οι νοικοκυραίοι έφτιαχναν μεγάλο χοίρο για να έχουν κρέας για μεγάλο χρονικό διάστημα και λίπος(Εκείνη την εποχή τρώγαν πολύ λίπος γιατί δεν είχαν λάδι).Τά γουρούνια τα τάιζαν καλαμπόκι (χωρίς λιπάσματα όπως ακόμα και σήμερα), πίτουρα (ψίνα το λέμε στο χωριό μας) και τους καλοκαιρινούς μήνες βελανίδια(βαλάνι).Άλλες εποχές, άλλη ατμόσφαιρα τότε, άλλος τρόπος εκτροφής άλλη ράτσα γουρουνιών. Σήμερα οι τροφές είναι βιομηχανικές και με ορμόνες . Για το σφάξιμο των γουρουνιών απαιτούνταν 3 και παραπάνω άνδρες. Δεν είναι εύκολη υπόθεση να βάλεις κάτω γουρούνι και να το σφάξεις. Γινόταν βέβαια πριν προετοιμασία από την νοικοκυρά του σπιτιού. Έπρεπε να τα έχει όλα έτοιμα: μαχαίρια, τσεκούρι, λεκάνες καζάνι με ζεστό νερό και οτιδήποτε άλλο χρειαζόταν. Ο σφαγέας έπρεπε να ήταν καλός τεχνίτης την ώρα της σφαγής. Πολλές φορές το γουρούνι είχε μεγάλη δύναμη και ξέφευγε με μεσοκομμένο το λαιμό του .Μόλις κόβανε το γουρούνι η νοικοκυρά έφερνε στο φτυάρι κάρβουνα με θυμιάμα και το θυμιάτιζαν .Τα παιδιά περίμεναν να βγάλουν την φούσκα για να την φουσκώσουν να παίξουν μιας και δεν είχαν μπάλες. Η φούσκα ήταν η ουρήθρα του γουρουνιού Και το γδάρσιμο απαιτούσε τέχνη .Πρόσεχαν να μην τρυπήσουν το δέρμα (τομάρι) γιατί το χρειαζόταν για να φτιάχνουν γουρνουτσάρχα. Αφού τελείωναν το σφάξιμο η νοικοκυρά έφτιαχνε τηγανιά από το ίδιο το κρέας που είχαν σφάξει και τρώγαν και πίναν. Έπειτα από κει έφευγαν και πήγαιναν στου άλλουνού το σπίτι και έσφαζαν κι εκεί τα γουρούνι. Τότε υπήρχε αλληλοβοήθεια κι όχι όπως σήμερα. Μετά το σφάξιμο του γουρουνιού βγάνανε το λίπος (παστό το λένε) και κρεμάγανε το σφάγιο στο υπόγειο του σπιτιού για να στραγγίσει. Τον παστό τον κόβανε μικρά κομματάκια και τον λιώνανε σε καζάνι και τον βάζανε σε δοχεία (πολλές φορές πήλινα)για να έχουν όλο το χρόνο λίπος(λίγδα) για φαγητά και πίτες. Το λιώσιμο του λίπους ήταν χρονοβόρο και κουραστικό. Τα υπολείμματα από τον παστό, τις λεγόμενες τσιγαρίδες δεν τα πετούσαν γιατί ήταν ο καλύτερος μεζές. Πολλές οικογένειες έφτιαχναν και παστρουμά. Το κρέας αφού στράγγιζε το κόβανε ,το αλατίζανε και το βάζανε μέσα σε κασόνια ξύλινα που τα λέγανε κάδες . Παλιότερα δεν υπήρχαν ψυγεία και διατηρούσαν έτσι το κρέας με αυτό τον τρόπο για 2-3 μήνες. Τι πεντανόστιμο κρέας ήταν εκείνο! Το κεφάλι του γουρουνιού και τα πόδια τα μαδούσαν καλά και το ξύριζαν μέσα σε ζεστό νερό. Από αυτά έφτιαχναν πατσά. Έβαζαν μέσα στον πατσά και λίγο σκόρδο και τον έβαζαν μέσα σε σουπιέρες(τσίγκινα βαθιά πιάτα) και μετά στα παράθυρα για να παγώσει. Έφτιαχναν και λουκάνικα. Τί καταπληκτικά λουκάνικα ήταν εκείνα! Δεν υπάρχουν σήμερα τέτοια. Περιείχαν κομματάκια ψαχνό κρέας κομμένο με το μαχαίρι ,λίπος από το κεφάλι του γουρουνιού(μαγούλι-μπουσιουρτί),και πράσο. Στις μέρες μας όλα έχουν αλλάξει. Λίγοι φτιάχνουν χοιράδι και λουκάνικα, λίπα παστρουμά σχεδόν κανένας. Όσο για τα κάλαντα υπάρχουν πολύ λίγα παιδιά παιδιά να τα πουν.  

    [διαβάστε στη συνέχεια]
  • ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

    ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ Το Σάββατο του Λαζάρου θεωρείται μέρα του θανάτου και της ζωής. O Λάζαρος είναι μια μορφή που εμπνέει σεβασμό στον ελληνικό λαό. Παλιότερα οι εκδηλώσεις εορτασμού ήταν πολλές και ποικίλες, ωστόσο σήμερα έχουν λησμονηθεί ως επί το πλείστον. Για παράδειγμα τα κάλαντα του Λαζάρου τραγουδιούνται σε ελάχιστες περιοχές, ενώ παλιότερα ήταν από τα πιο ζωντανά έθιμα και έδιναν ιδιαίτερο τόνο στις μικρές κοινωνίες. Τα κάλαντα του Λαζάρου ήταν αποκλειστικά σχεδόν γυναικεία και τα τραγουδούσαν κοπέλες διαφόρων ηλικιών ακόμα και κορίτσια τις παντρειάς που ονομάζονταν «Λαζαρίνες». Στο Γήλοφο το δρώμενο ξεκίναγε Παρασκευή το απόγευμα. Τα κορίτσια του χωριού συγκεντρωνόταν στην εκκλησία και άναβαν κεριά. Μετά πήγαιναν σε κάθε σπίτι έχοντας στα χέρια τους δύο καλάθια. Στο ένα έβαζαν το βρασμένο καλαμπόκι που τους έδιναν(κάθε σπίτι τους έδινε καλαμπόκι ποσότητας ενός πιάτου) και στο άλλο τα αυγά που τους έδιναν οι νοικοκυρές των σπιτιών. Την παραμονή του Λαζάρου συνήθιζαν να βράζουν καλαμπόκι συνήθεια που συνεχίζεται και στις μέρες μας. Τα κορίτσια πηγαίνοντας σε κάθε σπίτι τραγουδούσαν: Κίνισι η πρόδρουμους μι τα παλικάρια του μι τους λιβιντάδις του. Μετά διαλύονταν και πήγαινε κάθε κορίτσι στο σπίτι του. Ότι είχαν μαζέψει δεν το μοιράζανε εκείνη την ημέρα αλλά τα έπαιρνε ένα κορίτσι στο σπίτι του . Την άλλη μέρα το Σάββατο συγκεντρωνόταν τα κορίτσια στο μεσοχώρι στην πλατεία και μετά πήγαιναν σε κάθε σπίτι τραγουδώντας και αυτή τη φορά μάζευαν λεφτά και όχι καλαμπόκι και αυγά. Ότι είχε ο καθένας τους έδινε. Οι πιο πολλοί βέβαια τους έδιναν δεκάρες τρύπιες. Τα λεφτά τα μάζευε το πιο μεγαλύτερο σε ηλικία κορίτσι. Όλα όσα είχαν μαζέψει (καλαμπόκι, αυγά λεφτά)τα μοίραζαν την Κυριακή των Βαΐων . Σε κάθε σπίτι τα κορίτσια έλεγαν σε κάθε αγόρι ανύπαντρο και από ένα τραγούδι. Αν π.χ στην οικογένεια ήταν τρία αγόρια ανύπαντρα οι κοπέλες έλεγαν στον καθένα και ένα τραγούδι. Το αγόρι έδινε τα λεφτά σε όποιο κορίτσι ήθελε αυτό. Λεφτά έδινε και η μάνα του αγοριού. Κάθε κορίτσι πέρναγε μπροστά από το αγόρι και του έλεγε να του δώσει το χέρι να το φιλήσει. Όποιο κορίτσι διάλεγε το αγόρι να δώσει τα λεφτά αυτό του φιλούσε το χέρι και όχι τα άλλα. Το τραγούδι που έλεγαν στο αγόρι ήταν: Κίνησε ο νιούτσικος να πάει αρραβωνιάσει. Ουδε τα ρούχα του έβαλε ουδέ τον ντουλαμάτου, ουδέ το ασημομάχαιρο που αξίζει τρείς χιλιάδες που άξιζε τρείς και τέσσερες που άξιζε δεκαπέντε. Κι η μάνα του του έλεγε κι η μάνα του το λέει: Βάλε παιδί ΄μ τα ρούχα σου βάλε βάλε τον ντουλαμά σου βάλε το ασημομάχαιρο που αξίζει τρείς χιλιάδες και σίρε κι αρραβώνιασε του Ρήγα τη θηγατέρα Γύρεψε βόδια απ’ το ζυγό γελάδια απ’ την αγέλη γύρεψε κι άλογο καλό να περπατάς καβάλα να περπατάς να χαίρεσαι να χαίρεται η καρδιά σου. Στα νιόπαντρα αγόρια λέγαν: Πως πρέπουν τ’ αργυρά κουμπιά , σε πράσινο γιλέκο έτσι έπρεπε κι ου νιούτσικους να παίζει με την κόρη. Στα γόνατα την έπαιρνε στα μάτια την φιλούσε στα μάτια τα ματόφυλλα στα τα νιοκαμαρωμένα. Κόρη μ’ δεν είσαι ρόδινη ξανθή και μαυρομάτα. Αν θέλεις να ‘ μια ρόδινη ξανθή και μαυρομάτα σύρε στην Aντριανούπολη σύρε στη Σαλονίκη κι αγόρασέ με ξόπλατο , Σερβιώτικο ζωνάρι να ζώσω άξιο σου το σπαθί να γίνω ζερβοπούλα. Σε όσα παιδιά ήταν γραμματισμένα έλεγαν: Γραμματικός εκάθονταν πάνω σε άσπρη πέτρα και γράφει και κοντίλιαζε τριόκλωνο μιλάνι. Κι σιάστηκαν τα χέρια του και χύθηκε η μελάνη. Ποιος έχει σκάμμα κι θερμό να πλύνει ο νιός τα ρούχα να πλύνει ο νιός τα ρούχα του τα άσπρα τα καλά του κι η κόρη που τον αγαπά κι η κόρη που τον θέλει αυτή έχει σκάμμα κι θερμό κι αυγερινό σαπούνι να πλύνει ο νιός τα ρούχα του τα άσπρα του τα καλά του. Τα τραγούδια αυτά τα έλεγαν μετά και στην πλατεία του χωριού στα αγόρια που ήταν εκέι μαζεμένα. Προς το μεσημέρι πήγαινε κάθε κορίτσι στο σπίτι του. Την άλλη μέρα, την Κυριακή των βαΐων πήγαιναν στην εκκλησία. Μετά τη θεία λειτουργία χόρευαν στο προάυλιο της εκκλησίας: Βάϊες μου Βα ϊτσες μου και ομορφοκρανίτσες μου Σηκώνομαι πρωί πρωί μαύρος από τον ύπνο παίρνω νερό και νίβομαι μαύρος να ξαγρυπνήσω παίρνω νερό κι νίβομαι και μοσχοσαπουνίζομαι και παίρνω δίπλα τα βουνά δίπλα τα κορφοβούνια κι ακούω τα λάφια να βοσκούν ακούω τα δέντρα να βροντούν και τις οξιές πως βάζουν(βουίζουν Μπροστά χόρευε συνήθως ένα από τα μεγαλύτερα κορίτσια. Δεν άλλαζαν χέρια. Σε όλο το τραγούδι το ίδιο κορίτσι ήταν μπροστά. Κατά της 3 με 4 ή ώρα τα κορίτσια συγκεντρωνόταν ξανά στην πλατεία του χωριού για να ξεπροβοδίσουν τον>.Εκεί χόρευαν πάλι και τραγουδούσαν και οι κάτοικοι του χωριού ήταν μαζεμένοι όλοι γύρω γύρω. Το τραγούδι που έλεγαν ήταν: Μια φορά είναι η λεβεντιά μια φορά είναι τα νιάτα μια φορά περπάτησα κι εγώ με τους λεβέντες τραγδάτε παλικάρια μου να μη ξαρματωθείτε κι μας πεισμώσει ο Λάζαρος κι άλλη χρονιά δεν θα’ρθει. Μετά ακολουθούσε μια πορεία προς μια περιοχή που στο χωριό λέμε βλαχόστρατα. Το δρώμενο που περιγράφεται παρακάτω πρέπει να είναι μοναδικό στην Ελλάδα και δεν απαντάται σε άλλη περιοχή και χωριό . Τα κορίτσια φορούσαν μαύρα μαντίλια και πίσω ακολουθούσαν και άλλες γυναίκες και μικρά παιδάκια. όπως προχωρούσαν κάθε λίγο και λιγάκι γύριζαν το σώμα προς τα πίσω ,ύψωναν τα μαντίλια και κλαίγοντας έλεγαν: Γύρνα πίσω Λάζαρε σε κλαίν οι Λαζαρίνες Αυτό γινόταν αρκετές φορές μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους. Στον τόπο του προορισμού έχει κάποιες βατσινιές(βάτα). Εκεί άπλωναν κάποια σχοινιά-κλωστές διαφόρων χρωμάτων (εκτός από μαύρο)Αυτά τα έπαιρναν τα πουλιά για τις φωλιές τους και άλλα σάπιζαν εκεί πάνω στη βατσινιά. Άλλα τα έβρισκαν πάλι εκεί τον επόμενο χρόνο .Έπειτα γύριζαν πάλι στην πλατεία και εκεί έλεγαν το εξής τραγούδι: Η ήλιους εβασίλιψι Πέρα στα λιβαδίτσια Κι ιγώ κόρη μ’ σι διάλεγα Απ’ τ’άλλα τα κουρίτσια Δεν σίξηρα λεβέντη μου πως αγαπάς ιμένα να γήνου γής να με πατάς γεφύρι να περάσεις να γίνου κι ασημόκουπα να πίνεις το κρασί σου. Το κορίτσι που κράταγε στο σπίτι του τα αυγά το καλαμπόκι και τα λεφτά πήγαινε στο σπίτι του και τα έφερνε όλα για να γίνει η μοιρασιά. Έτσι με το μοίρασμα αυτό τέλειωνε και το δρώμενο του Λαζάρου.

    [διαβάστε στη συνέχεια]