• ΤΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΓΗΛΟΦΟΥ

      ΤΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΓΗΛΟΦΟΥ Στη σελίδα μας αυτή Προσπαθούμε να καταγράψουμε τα παιδικά μας ακούσματα. Εδώ θα βρείτε λέξεις από τη ντοπιολαλιά του Γηλόφου Δεσκάτης Γρεβενών και της ευρύτερης περιοχής μας. Μια περιοχή που εκτείνεται πολλά χιλιόμετρα όπου μιλάμε την ίδια διάλεκτο. Στην προσπάθειά μας ζητάμε και τη δική σας βοήθεια. Προσπαθούμε να σώσουμε λέξεις λέξεις από τη λήθη, και να διατηρήσουμε την πολυχρωμία της γλώσσας μας. Αν είστε από την περιοχή μας κι έχετε ακόμα νωπή τη μνήμη της μητρικής ντοπιολαλιάς, στείλτε μας όσες παλιές λέξεις θυμάστε. Επίσης αν για κάποιες από τις ερμηνείες λέξεων που δίνονται στις σελίδες μας έχετε κάτι να σχολιάσετε, μη διστάσετε να μας στείλετε την άποψή σας. Πολλοί πατριώτες μας και των γύρω περιοχών που βρίσκονται στο εξωτερικό διαβάζοντας αυτές τις λέξεις θα δυναμώσουν τις γλωσσικές τους ρίζες. ΑΑβαρία = ζημιά Άβγαλτους = απονήρευτος Αβδέλλα = Δίστομο σκουλήκι για τράβηγμα αίματος Άβουλους = χωρίς ανέσεις Αβαφτστου = Αβάπτιστο Αγάλι = σιγά- σιγά   Άγαρμπους = άκομψος, αλλόκοτος   Αγίντους = αγίνωτος, άγουρος   Αγκάρζμα = Γκάρισμα   Αγκαστρουμένη = Έγκυος   Αγκίδα = ακίδα, κομματάκι ξύλου   Αγλίγουρα = Γρήγορα   Αγραπόνουμι = Αρπάζομαι   Αγρίκσα = Κατάλαβα   Αγριουκουμπάνι = Άγριο έντομο (νταβάνι)   Αγριουντάβανου =Άγρια μέλισσα   Αγύρστους = ισχυρογνώμων   Αδάντστου = Αυτός που δεν δίνει τίποτα   Αδιάζου = Ευκαιρω   Αζμπόζου = Σπρώχνω   Αζύγουτους = απλησίαστος   Αη Δημήτρς = Ο μήνας Οκτώβριος   Αίτιους = φταίχτης   Ακάμουτους = χέρσος, μη καλά οργωμένος   Ακόντζμα = εικόνισμα   Άξεις = άκουσες;   Αντρίζ = παριστάνεις τον άντρα   Απόμνα = έμεινα πίσω, κουράστηκα   Απόχτσα = απόχτησα,γέννησα   Άστι = Πάμε   Ακαμάτς = Τεμπέλης   Ακόλτσα = Κόλλησα   Ακόντζμα = Εικόνισμα   Αλάργα = μακριά   Αλίχουδος = Αχόρταγος   Αλουνάρς = Ο μήνας Ιούλιος   Αλπού = Αλεπου   Αλτσιάρκου =Λυσσασμένο   Άλτσους =Αλυσίδα   Αλυχτάω = Γαυγίζω   Αλίχουδκου = Λιχούδικο   Αλώντσα =Αλώνισα   Αμόλτσα = Άφησα   Αμπδώ = Πηδώ   Αμπήτσα = Πήδηξα   Αμπόζου = Σπρώχνω   Αμπόλι = Εμβόλιο   Αμπουλιάζου = Ενώνω   αμπράζκου= άσχημο   Αναδρυμόθκα = Ξεσηκώθηκα   ανάτσαλος = αηδιαστικός, άσχημος   Ανάτσαλου = άσχημο   Ανάτσαλους = Άσχημος   Ανέγρικου = Αθώο   Ανέσια = Ένεση   Ανιμουδούρα = Γρήγορα   Αντάρα = Ομίχλη   Αντάρδις = Ανταρτες   Αντί = Εξάρτημα αργαλειού   Άντιρα = Εντερα   Άντιρου = Εντερο   Αντράλα = Ζαλάδα   Αντρέπουμι = Νρέπομαι   Άντρι = Άνδρες   Αντριάς = Ο μηνας Νοεμβριος   Αντρουγίνικα = Αντρογυναίκα   Αξαμόνου = Απλώνω   Αξούγκι = Ξύγκι   Αούτους = Ποντιος   Απάν = Πανω   Απηλουέμι = Απαντώ αποκρίνομαι   Απιτχένου = Πετυχαίνω   Απλόχιρου = Παλάμη     Απολκα = Άφησα   Απουλνάου = Αφήνω     Απουμοθκα = Πνίγηκα   Απουστενου = Κουράζομαι   απουταχιά=το πρωί   Αριδα = Πόδι   Αριτσιους = Σκαντζόχοιρος   Αρκλα = Ντουλάπα   Ασβισταρια = Λάκκος που σβήνουμε ασβέστη   Ασκενουνι = Σιχαίνομαι   ασπρόκουλους = πουλί μικρό πουλί με άσπρα πούπουλα στο πίσω μέρος   Αστουχαου = Ξεχνώ     Αστουχναου = Ξεχνώ   Αστρεγου = Δέχομαι   Αστρέχα = Υπόστεγο   Ατζιαμής = αρχάριος   Αφκριαζουμι = Αφουγκράζομαι , ακούω   Αφρια = Αφρός   Αχαιρευτος = Ανεπρόκοπος   Αχριοστουμους = Αυτος που βρίζει   Αχτ(ι) = πείσμα, θυμός   Β     Βάγγιου = Βαγγελιώ   Βαιάζου = Γέρνω αριστερά η δεξιά   Βακούφκου = Εκκλησιαστικό Αναφέρεται συχνά στα κτήματα της εκκλησίας   Βαλάνι = Βαλανίδι   Βαρβάτμα = Ζευγάρωμα ζώων   Βαρένου = Χτυπώ   Βατσινιά = Ακανθώδες θάμνος   Βαφτζμένου = Βαπτισμένο   Βζένου = Θηλάζω   Βηρός = Συγκέντρωση νερού σε μεγάλες ποσότητες   Βιλέντζα = Μάλλινο σκέπασμα   Βίτσα = Βέργα   Βλάφκα = Βλάφτηκα, πειράχτηκα   Βουμπιριαζμένου = Το δύστροπο   βόντζι= κόπρισε   βουρλίσκει = τρελάθηκε   βούκινο= το διέδωσα   βουρλαμήτς= κοροϊδέω κάποιον, στραβή μύτη   Βρουκουλάκια = Μικρά παιδιά   Βρουκουλακιασμένου = Το άτακτο παιδάκι       Γ   Γαλατόπτα = Πίττα με γάλα   Γαλίκα = Κατασκευή ξύλινη στην οποία παράγουμε σαπούνι   Γαλουδέρματου = Ο δερμάτινος ασκός που γίνεται το ξινόγαλο   Γαργαλήσκα = Καθαρίστηκα   Γαργαριζουμι = Καθαρίζομαι   Γδομαλλα = Μαλλιά προβάτου   Γένουμι = Γινομαι   Γιαλίσκα = Καθρεφτίστηκα   Γιόμσμα = Γέμισμα   Γκαβάθκα = Τυφλώθηκα   Γκαβάνας = Αυτός που δεν βλέπει καλά   γκαβός = αόματος   Γκαγκαράντζα = Κόπρανα προβάτων   Γκαγκτζιά = Άγριος βάτος   Γάζα = Μεταλλικό δοχείο   Γκαζόλαμπα = Μεταλλική λάμπα πετρελαίου…   Γκαλιαγκότσια = Αγκαλιά   Γκαλιουρίζου = Κοιτώ με τα μάτια ορθάνοιχτα   Γκαμπζούνις = Αγριοφράουλες   Γκαμπουριάζου = Καμπουριάζω   Γκαμπούρα = Καμπούρα   Γκανέτσας = Γάιδαρος   Γκάνιασα = Πείνασα   Γκανταλάου = Γαργαλάω   Γκανταλάω = Γαργαλάω   Γκανταλιέμαι = Γαργαλιέμαι   Γκουντραγκλάου = Κατρακυλώ   Γκαραγκούντς = Ο κάτοικος των πεδινών Τρικάλων   Γκαρμουλάχανου = Λάχανο   Γκαχιλώνα = Χελώνα   Γκιζέρι = Βόλτα   Γκιζιράου = Κάνω βόλτα   Γκιζιρνάου = Πηγαίνω βόλτα   Γκιζιρνάω = Τριγυρνάω   Γκίλιαντρους = Κύλινδρος   Γκιούμι = Μεταλλικό δοχείο   Γκιουφίρι = Γέφυρα   Γκισέμι = Τράγος   Γκλαβανί = Άνοιγμα οροφής   Γκλακατάου = Καταπίνω   Γκλίστρα = Γλίστρα     Γκόλιαβου = γυμνό   γκουρτσιά = αχλαδία   Γκούμπζα = Βαθύ ξύλινο πιάτο   Γκουμπζιαλάου = Γαργαλάω, όταν περπατάει κάτι στο κορμί μας   Γκουντρουγκλίεμαι = Κατρακυλώ   γκουντρουγκλνάω = κατρακυλάω   Γκουργκουλιάνα = Μικρό μανιτάρι που δεν έχει ανοίξει   Γκούρλουμα = Πνίξιμο   Γκουρλώθκα = Πνίγηκα   Γκουρμπέτσα Γύφτισσα   Γκουρτσιά = Άγρια αχλαδιά   Γκουσταρίτσα = Σαύρα Και γκούστιαρας   Γκουτζιαμ = Κοτζάμ   Γκουτσιούνι = Γουρούνι   Γκουτσινούλι = Μικρό γουρουνάκι   Γκουφρίκου = Παχύρευστο γάλα   Γκουφρικους = Το πρωτόγαλα της προβατίνας   Γκουχαλιαρκου = Αυτός που βήχει πολύ   Γκρέμουρας = Μεγάλος Γκρεμός   Γκρίμπας = Καμπούρης   Γκριμπός = Καμπουριαστός   Γκτζιούπι = Μεγάλο ξύλο, συνήθως μέρος του κορμού του δέντρου   Γναίκα = Γυναίκα   Γουμάρι = Γάιδαρος   Γουμαρουντάμαρου = Αυτός που κατάγεται από κακό σόι   Γουμαρουφλή = Αυτός που κατάγεται από κακό σοι   Γουρνουσάπνου = Σαπούνι από χοιρινό λίπος   Γουρνουτσάρχα = Αυτοσχέδια παπούτσια από δέρμα γουρουνιού   γκουτσινούλι = γουρουνάκι   Γραματζμένους = Σπουδασμένος, μορφωμένος   Γρατσούντζμα = Γρατσουνιά   Γριντιά = Μεγάλος κορμός δέντρου που στηρίζει στέγες   Γριντόνουμι = Ξαπλώνω χάμω   Γρόθους = Γροθιά     Δ   Δασκαλούλια =Μαθητές   Δαυλί = Δαυλός   Δαχλίδι = Δαχτυλίδι   Δαχλίθρα = Δακτυλήθρα   Δάχλου = Δάχτυλο   Δέντρους = Η βελανίδια   Δημοσιά = Δημόσιος δρόμος   Δικατρίου = Δεκατρία   Διντοκαλιά = Δεντρογαλιά   Διρμάτι = Δέρμα   Δλέβου =Δουλεύω   Δλια = Δουλειά   Δριμόνι = Κόσκινο     Ε     Έντισα = Έμπλεξα   Έρμου = Έρημο     Ζ     Ζαβρατζμα = Επίπληξη   Ζαβώνω= Στραβώνω   Ζαραλούδκου = ελαττωματικό,άρρωστο     ζαρβόντσα = αυλόπορτα   Ζαρίζου = Κοιτώ με τα μάτια μισόκλειστα   Ζάτκας = ζόρισμα από τη ζέστη   Ζβάου = Σβήνω   Ζβιρκόνου = Πιάνω από το λαιμό   Ζγκρουβάλι = Μεγάλο κομμάτι   Ζγόνου = Πλησιάζω   Ζγούρι =ζυγούρι   ζερβά= αριστερά   ζιαβέλια=Δεσκατιώτες   Ζιντζιά =Τα ούλα   Ζιούκου = Πολύ ώριμο φρούτο   Ζλάπι = Άγριο ζώο   Ζμάρι = Ζυμάρι   ζματάει = Είναι καυτό   Ζμάτζμα = Κάψιμο , ζεμάτισμα   Ζμί = ζουμί   Ζμόνου = Ζυμώνω   Ζνίχους = Σβέρκος   Ζούζουλου = ζωγραφιά, Φαντασμα   Ζουζούνα = Χρυσόμυγα   Ζουπάου =Σπρώχνω     Θ     Θαραπαύομαι = Ευχαριστιέμαι   Θέρσα = Θέρος   Θιρστής = Ο μήνας Ιούνιος   Θκόμ = Δικό μου   Θλιά = Θηλιά   Θχιά =θεία   Θιλκό= θηλυκό     Ι     Ιλιάτσι = Γιατρικό   Ιού = Κοίτα   ιμπρέτσα=Βαρέθηκα   Ίπουρου =Οπωροφόρο δεντρο   Ιπρουχτές =Προχθές   Ιψές = Χες     Κ     Καγκαμπός = Ούτε έτσι ούτε αλλιώς   Καηπόνου = Κρύβω   Κακάβι = Μικρό μεταλλικό σκεύος με χερούλι   Κακουρίζικους = Δύστροπος   Καλιγώνου = Πεταλώνω   Καλουέροι = Καλόγεροι   Κάμπσου = Πουκάμισο   Καμπτσίκι = Μαστίγιο   Καμώνου = Οργώνω   Κανκαμπός = Αλλιώς   Καόνι = Πεπόνι   Καραλάϊου = Κατάμαυρο   Καρκαντζάλι = Καλικάντζαρος   καρκατσαλώθκα = σκαρφάλωσα πολύ δύσκολα   Καρκατσαλώνου = Σκαρφαλώνω   Καρναριά = Κάρβουνα έτοιμα για ψήσιμο   Κάρνου = Κάρβουνο   Καρπουσταλι = Καρτ ποστάλ   Κατ = Κάτω   Καταϊ = Κάτω   Κατκας = Κοτέτσι   Κατσιό = Κάθομαι   Κατσκούλι = Κατσικάκι   Καψάλα = Φέτα ψωμί   Καψαλίσκα Κάηκα   Κθαράκι = Κριθαρακι   Κθάρι = Κριθάρι   κλάθκα = κουλαθηκα…   Κλαρεύου = Κλαδεύω   Κλειδουπινακου = Ξύλινο τάπερ   Κλιά = Κοιλιά   Κλούρα = Κουλούρα   Κλουργιάσκα = Τυλίχτηκα   Κλουσαρια = Κλώσα   Κόθουρους = Η άκρη της πίττας   κόκουτας = ο κόκκορας   κόλα = μια χειραψία   Κόλιαντα = Κάλαντα   Κόλιαντρα = Καλαντα   Κόρδα = Χορδή   Κόρδα= ο περιφραγμένος χώρος έξω από το μαντρί   Κόσα = Κοτσίδα   Κόσιαβας = Κότσυφας   Κόσκνου = Κόσκινο   Κουκόσια = Καρύδι   Κουκότια = Κοτόπουλα   Κούκουρα = Στα γόνατα   Κουκουτσέλας = Μικρός κόκορας   Κουλόθρα = Δερματική πάθηση   Κουλόπανου = πανί για τον πρωκτό   Κουλουκθόπτα = Πίττα με κολοκύθα   Κουλουσουφριά = Είδος δένδρου   Κουμάσι = Χοιροστάσιο   Κουπέλι = Παιδί με άγνωστο πατέρα   Κουπός = Δρόμος για να περνάμε μέσα στα χιόνια   Κόπρια=κοπριά   Κουπρουσκλιάζου = Χάνω την ώρα μου τριγυρίζοντας εδώ και εκεί   Κουρουιδεύου = Κοροϊδεύω   Κουρκούτι = Χυλός   Κουρκουτιάσκα = Ζαλίστηκα   Κουρόμπλα = Κορόμηλα   Κουρουμπλιά = Κορομηλιά   Κουρτσούλι = Κοριτσάκι   Κουσεύου = Τρέχω   Κουστάντου Κωνσταντίνα   Κουτάου = Τολμώ   Κούτκας = Κεφάλι   Κουτρώνα Μεγάλη πέτρα   Κουτσιαρής = Χαϊδευτικό του Κώστας ]κούτσκου = Μικρό παιδί   Κούφαλους = Κουφάλα   Κρατσανάου = Τρίζω   Κρεμανταλάς = Ψηλός άντρας   Κριμαντζαλίσκα = Κρεμάστηκα   Κριότι = Κρύο   κωλοβαρώ καθυστερώ       Λ     Λαβίζω = Μαλώνω   λάγκαγμα = στραμπούληγμα το λέμε σε διαστρέμματα χεριού ποδιού -χεριού   Λαδκο = Δοχείο ελαιολάδου   Λαίνα = δοχείο για νερό   Λάιους = Μαύρος   Λακασάς = Χάλκινο καζάνι   Λάκσα = Εφυγα   Λαλάου = Προσέχω τα πρόβατα στο άρμεγμα   Λαμπουγιάλι = Το γυαλί της λάμπας πετρελαίου   Λάπατο = Λάχανο   Λαχτάρσα = Λαχτάρησα , φοβήθηκα   Λέλι – λέλι = Επιφώνημα πόνου   Λησταρχέυω = Γυρίζω από εδώ κι από εκεί   Λιανίσκα = Χτύπησα άσχημα   Λιανόματα = Ψιλοκομμένα έντερα για μαγειρίτσα   Λιανόματα= Τα ψιλά στα λεφτά   Λιανός = Λιγνός   Λιβακόθκα = Έσκασα από τη ζέστη   Λιβας = Πολυ ζεστη   Λιλίτσια =κομμάτια τζάμι,σπασμένο μπουκάλι     Λιμαρζμένου = Λαίμαργο   Λιμάζω= τρώω λαίμαργα   Λιμουχνάει =Στριφογυρίζει, το πάει εδώ κι εκεί ,καθάρισμα οσπρίων με τον αέρα   Λίπα = Χοιρινό λίπος   Λισγκάρι = Φτυάρι   Λόγγους = Δάσος   λόζιους=στέλεχος σιταριού,σίκαλης,κριθαριού   Λουμάκι = Μικρό δένδρο   Λούρους = Λεπτό κομμάτι ξύλου…   Λύκσα = Λύκαινα, κακιά γυναίκα     Μ     Μαζόνου = Μαζεύω   Μαιμούλι = Μικρή μαϊμού   Μαλιμάτι = Κουβεντολόι   μαντζαφλάρι = αυτό που …κρέμεται   Μαντραβέλι = Καλοχώρι   Μαρκάτι = Γιαούρτι   μαρούκλουντα = απότομα, ξαφνικά   Μαρτάρα = Μανιτάρι   μαύλισμα = Η πρόσκληση να έρθουν κοντά μου ζώα   κυρίως μέσω ειδικής φωνητικής   Μιλαδερφιή = Ετεροθαλής αδελφός   Μεσάλι = Τραπεζομάντηλο   Μνημόσιου = Μνημόσυνο   Μόλαβους = Ήσυχος   Μόλτσα = Σκωρος   Μουβόρκου = Αιμοβόρος   Μούγκι = Μόνο   Μουρκάλμα = Ζευγάρωμα προβάτων   Μούρτζιου = Λερωμένο   Μουσκαναθριμένου = Μοσχαναθρεμμένο   Μουσκουσάπνου = Αρωματικό σαπούνι   Μουτάθκα = Βουβάθηκα , σώπασα   μούτος =μουγγός   Μουτσιαλάου = Μασάω   μπακακάκι = βατραχάκι   μπάκακας = ο βάτραχος   Μπακαλαου = Μπουσουλάω   μπαλαμούτια = το πέλμα του ποδιού   Μπαλαντίνια =πολύ μεγάλες νιφάδες χιονιού   Μπάμπαλου = Σκουπιδάκι στο μάτι   Μπασιούρς = Παρδαλός   Μπασταρδέλι = Παλιόπαιδο , μεταφορικά   Μπαταλιάζουμι = Τσαντίζομαι   Μπαταλιάρκου = Χαζό   Μπαταλιασμένου = Κακόμοιρο  

    [διαβάστε στη συνέχεια]
  • ΠΑΛΙΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

    ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ Να ξαναγινόμαστε πάλι πιτσιρίκοι με κοντοπαντέλονο μπάλα και τσιλίκι………. Δεν είχαμε εμείς τότε play station, computer , mp3 ,internet.Κάποτε, αποτελούσαν το μοναδικό τρόπο διασκέδασης των μικρών παιδιών. Σήμερα, μάλλον …μουσειακά είδη, όμως αναδύουν πάντα της ίδια αίσθηση γλυκιάς νοσταλγίας. Μιλάμε για τα παιχνίδια των παιδικών μας χρόνων. Το χωριό μας απομακρυσμένο από αστικά κέντρα είχε ελάχιστη επιρροή από κάθε είδους τεχνολογική εξέλιξη. Αλλά όμως λίγο πολύ αυτά τα παρακάτω αλλά και άλλα πολλά παίζανε τότε τα παιδάκια σε όλη την Ελλάδα.Ας δούμε ποια παιχνίδια παίζαν παλιότερα τα παιδιά στο χωριό. ΜΑΚΡΙΑ ΓΑΪΔΟΥΡΑ Παιζόταν με δυο ομάδες παιδιών και ένα παιδί που έκανε τη μάνα. Τα παιδιά της μια σκύβανε ο ένας πίσω από τον άλλο μπροστά από τη μάνα σαν να κάνανε μια μακριά γαϊδούρα. Τα άλλα παιδιά πηδάγανε πάνω προσπαθώντας να μην πέσουν. Αφού πηδάγανε όλοι, το πρώτο παιδί που πήδηξε τραγουδούσε «Αντζουλίνα ματζουλίνα κι στουν κόλους μια σουλίνα πόσα είνι αυτά;» δείχνοντας στην μάνα κάποια δάχτυλα. Το πρώτο παιδί από αυτούς που έστηναν έπρεπε να μαντέψει σωστά. Αν μάντευε σωστά ή αν κάποιος έπεφτε από τη γαϊδούρα, τότε αλλάζανε πλευρές αλλιώς ξανά-στήνανε. ΚΑΜΗΛΑ Παιζόταν με δυο ομάδες παιδιών και ένα παιδί που έκανε τον καμηλιέρη Τα παιδιά της μιας αγκαλιαζόταν σε μικρό κύκλο με τα κεφάλια κάτω. Αυτή ήταν η καμήλα. Τα άλλα παιδιά προσπαθούσαν να ανέβουν στην καμήλα χωρίς να τους κλοτσήσει ο καμηλιέρης. Αν τους κλοτσούσε τότε άλλαζαν πλευρές. Αν όμως αυτοί που στήνανε δεν αντέχανε το βάρος και σπάζανε τον κύκλο (έσπαζε η καμήλα) τότε ξανά-στήνανε. ΦΛΙΟΥΡΙΑ Τα Κεραμιδάκια ήταν παιγνίδι της νεώτερης εποχής. Τα παιδιά χωρίζονταν σε 2 ομάδες και κάθε ομάδα στεκόταν απέναντι από την άλλη. Στην μέση της απόστασης μεταξύ τους τοποθετούσαν 6-7 κεραμιδάκια το ένα πάνω στο άλλο. Η μια ομάδα κυλούσε μια μπάλα με σκοπό να ρίξει τα κεραμιδάκια και στην συνέχεια προσπαθούσε να τα ξαναστήσει. Η άλλη ομάδα προσπαθούσε να χτυπήσει με την μπάλα όποιον από τους αντιπάλους προσπαθούσε να τα στήσει. Αν τους πετυχαίνανε τότε όλους αλλάζανε πλευρές. Αν έστω και ένας να έστηνε όλα τα κεραμιδάκια συνέχισε πάλι η ομάδα του να ρίχνει από την αρχή. ΚΛΕΦΤΕΣ ΚΑΙ ΑΣΤΥΝΟΜΟΙ Παίζουν όσα παιδιά θέλουν και χωρίζονται σε δύο ομάδες. Η μία είναι οι κλέφτες και η άλλη οι αστυνόμοι. Οι αστυνόμοι προσπαθούν να πιάσουν τους κλέφτες, ακουμπώντας τους στην πλάτη. Αυτοί για να προφυλαχτούν, ακουμπούν με την πλάτη κάτω ή στον τοίχο. Αλλά και οι κλέφτες προσπαθούν συγχρόνως να τους ακουμπήσουν στην πλάτη τους αστυνόμους. Όποιον τον ακουμπήσουν στην πλάτη, βγαίνει από το παιχνίδι. Νικητής είναι όποια ομάδα μείνει με τα περισσότερα παιδιά ΤΣΙΛΙΚΙ-ΤΣΙΟΥΛΙΚΑ Παιζόταν από δυο παίκτες. Ο κάθε παίκτης κρατούσε μια βέργα, περίπου μισό μέτρο, την τσιλικόβεργα. Το τσιλίκι ήταν ένα μικρότερο κομμάτι ξύλου περίπου 25 εκατοστών. Το τσιλίκι ήταν πελεκημένο στις άκρες έτσι ώστε να είναι μυτερό και να εκτινάσσεται προς τα πάνω όταν το χτυπούσαν με την τσιλικόβεργα στις άκρες. Κάθε παίκτης έπαιζε με τη σειρά του. Στο παίξιμό του έμοιαζε με το αμερικάνικο παιχνίδι «μπεηζμπωλ». Ζωγράφιζαν ένα κύκλο μέσα από τον οποίο το παιδί που έπαιζε πρώτο προσπαθούσε να διώξει όσο μπορούσε μακρύτερα το «τσιλίκι» που κρατούσε με το ένα του χέρι χτυπώντας το με την τσιλικόβεργα που είχε στο άλλο. Αν το άλλο παιδί κατάφερνε να πιάσει το τσιλίκι στον αέρα τότε έχανε το πρώτο κι άλλαζαν ρόλους. Αν δεν τα κατάφερνε τότε είχε μια ακόμα ευκαιρία να «κάψει» τον αντίπαλό του αν πετύχαινε με το τσιλίκι που πετούσε από το σημείο στο οποίο είχε καταλήξει τον πρώτο παίκτη που καθόταν μέσα στον κύκλο. Ο πρώτος παίκτης τώρα δεν καθόταν να δεχτεί μοιρολατρικά το χτύπημα του αντίπαλου. Με την τσιλικόβεργα προσπαθούσε να χτυπήσει το τσιλίκι και να το επιστρέψει πίσω και μάλιστα όσο πιο μακριά γινόταν. Κι αυτό γιατί στη συνέχεια μετρούσαν πόσα βήματα μακριά από τον κύκλο είχε καταλήξει το τσιλίκι και για κάθε βήμα έπαιρνε πόντους. Νικητής ήταν αυτός που συγκέντρωνε τους περισσότερους πόντους   ΣΚΡΟΦΑ Οι παίκτες χαράζουν πάνω στο έδαφος έναν κύκλο με διάμετρο 3-5 μ. και πάνω στην περιφέρειά του ανοίγουν τόσους λάκκους όσοι είναι οι παίκτες μείον ένα. Ανοίγουν επίσης έναν άλλο λάκκο στο κέντρο του κύκλου. Οι λάκκοι είναι τόσοι, ώστε να χωρούν μια μικρή πέτρα στο μέγεθος καρυδιού. Η πέτρα αυτή λέγεται»γουρούνα». Ένας παίχτης, που εκλέχτηκε με κλήρωση, πρέπει να βάλει τη γουρούνα, σπρώχνοντάς τη μ’ ένα ραβδί στο λάκκο του κέντρου, ενώ οι υπόλοιποι παίχτες τον εμποδίζουν, χτυπώντας τη «γουρούνα» με τα δικά τους ραβδιά. Όταν ο οδηγός βάλει τη «γουρούνα» στο λάκκο του κέντρου, οι υπόλοιποι παίχτες βάζουν τη μια άκρη του ραβδιού τους μέσα σ’ ένα λάκκο και ύστερα αλλάζουν λάκκους, πριν το αντιληφθεί ο οδηγός της «γουρούνας». Όταν ο οδηγός κατορθώσει να βάλει την άκρη του ραβδιού του σ’ ένα λάκκο της περιφέρειας, τότε αυτός που μένει χωρίς λάκκο γίνεται οδηγός της «γουρούνας» και το παιχνίδι ξαναρχίζει. Έκαναν ένα κύκλο και φώναζαν Κου-μπα-νιά και έβαζαν όλα τα χέρια μπροστά. Έβλεπαν πώς είναι η παλάμη δηλ. ποιοι την είχαν προς τα πάνω και ποιοι προς τα κάτω. Οι περισσότεροι έβγαιναν. Επαναλαμβάνονταν το ίδιο μέχρι να μείνει ένας. Αυτός ήταν ο κυνηγός. Όποιον έπιανε τον ακουμπούσε σε ένα τοίχο ενώ οι άλλοι προσπαθούσαν να τον ελευθερώσουν. Όσους απ’ αυτούς ακουμπούσε ο κυνηγός τους αιχμαλώτιζε. Κέρδιζε όταν τους έπιανε όλους. Εκεί τελείωνε το παιχνίδι και ξανάρχιζε με την ίδια διαδικασία. ΚΟΥΜΠΑΝΙΑ-ΚΟΥΡΜΠΑΝΙΑ Έκαναν ένα κύκλο και φώναζαν Κου-μπα-νιά και έβαζαν όλα τα χέρια μπροστά. Έβλεπαν πώς είναι η παλάμη δηλ. ποιοι την είχαν προς τα πάνω και ποιοι προς τα κάτω. Οι περισσότεροι έβγαιναν. Επαναλαμβάνονταν το ίδιο μέχρι να μείνει ένας. Αυτός ήταν ο κυνηγός. Όποιον έπιανε τον ακουμπούσε σε ένα τοίχο ενώ οι άλλοι προσπαθούσαν να τον ελευθερώσουν. Όσους απ’ αυτούς ακουμπούσε ο κυνηγός τους αιχμαλώτιζε. Κέρδιζε όταν τους έπιανε όλους. Εκεί τελείωνε το παιχνίδι και ξανάρχιζε με την ίδια διαδικασία.   ΠΕΤΑΛΑΚΙ Παιζόταν από δυο άτομα. Το πρώτο παιδί που άρχιζε, έριχνε μια στρογγυλή πέτρα στην αρχή του σχεδίου. Έπρεπε στηριγμένο στο ένα πόδι να σπρώξει μ’ αυτό την πέτρα ώστε να βγει έξω από το σχέδιο στην αρχή. Στη συνέχεια έριχνε την πέτρα στο δεύτερο τετράγωνο κι έμπαινε με το ένα πόδι στο σχέδιο και τετράγωνο -τετράγωνο έφτανε σ’ εκείνο που βρισκόταν η πέτρα. Πάλι χτυπώντας την με το πόδι με το οποίο πατούσε στο έδαφος προσπαθούσε τετράγωνο -τετράγωνο να τη βγάλει έξω από το σχέδιο στην αρχή του. Αυτή η διαδικασία συνεχιζόταν με το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο τετράγωνο. Δεν έπρεπε ούτε η πέτρα ούτε το πόδι να ακουμπήσει στις γραμμές του σχεδίου. Αν ακουμπούσε στη γραμμή έβγαινε από το παιχνίδι και ξεκινούσε το άλλο παιδί. Επίσης έχανε το παιδί του οποίου η πέτρα δε θα πήγαινε στο τετράγωνο που ήταν η σειρά του. Αν για παράδειγμα έπρεπε να ρίξει την πέτρα του στο 4ο τετράγωνο κι αυτή όπως την πετούσε πήγαινε στο 5ο τότε το παιδί αυτό έχανε και συνέχιζε το άλλο παιδί. ΤΟ ΚΟΡΟΪΔΟ Για να παιχτεί αυτό το παιχνίδι χρειάζονται 3 παιδιά και μια μπάλα. Τα δυο παιδιά κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλο και στη μέση ο τρίτος. Τα δυο παιδιά πετούν ο ένας τη μπάλα στον άλλο και ο τρίτος προσπαθεί να την πιάσει. Αν καταφέρει να την πιάσει παίρνει τη θέση του αυτός που την πέταξε.   ΚΟΚΑΛΟ ΞΕΚΟΚΑΛΟ Αυτό το παιχνίδι παίζεται καλύτερα με πολλά παιδιά. Κάποιος μετράει από το 1 μέχρι το 10 και αρχίζει να κυνηγάει τα άλλα παιδιά. Αν προσπαθήσει να πιάσει ένα παιδί, το παιδί αυτό πρέπει να πει κόκαλο και να μείνει ακίνητο για να μη το πιάσει. Το παιδί αυτό μπορεί να ξανακινηθεί μόνο αν το ακουμπήσει κάποιο από τα άλλα παιδιά, λέγοντας ξεκόκαλο. Αν μείνει μόνο ένα παιδί που έχει δικαίωμα να τρέχει δεν μπορεί να πει κόκαλο και να ακινητοποιηθεί αν δεν απελευθερώσει κάποιο άλλο παιδί. Το παιδί που θα πιαστεί τελικά είναι και συτό που θα είναι ο κυνηγός στον επόμενο γύρο. ΣΑΛΙΓΚΑΡΟΣ Χάραζαν στο σχήμα ένα σχήμα σαν σαλίγκαρο με ένα μικρό διαδρομάκι. έπρεπε να περάσεις την μπίλια μέσα από το διάδρομο σιγά σιγά και με την σειρά σου χωρίς να βγεί η μπίλια σου έξω από το διάδρομο έως ότου φτάσεις μέσα στην κλειστή καμπύλη που ήταν το κέντρο του σαλίγκαρου.   ΣΤΕΦΑΝΙ-ΓΚΙΛΙΑΝΤΡΟΥΣ

    [διαβάστε στη συνέχεια]
  • ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΔΡΩΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ

    ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ  ΚΑΙ ΔΡΩΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ ‘’ Όποιους δε χορέψει απόψι μαύρους ψύλλους θα τουν φάει… ‘’Όπως σε όλη την Ελλάδα έτσι και στο Γήλοφο τα δρώμενα της Αποκριάς και τα αντίστοιχα τραγούδια παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Με πολύ χαρά κατέγραψα και τα παρουσιάζω γιατί ίσως κάποτε να είναι ξεχασμένα. Τα τραγούδια τα έλεγαν οι γυναίκες στο μεσοχώρι ή ακόμα και το βράδυ στα διάφορα νυχτέρια τις μέρες της Αποκριάς . Τα παρουσιάζω εδώ αυθεντικά σε τοπική διάλεκτο. ΔΡΩΜΕΝΑ ΧΑΣΚΑΡΣ Το έθιμο «Χάσκαρς» το επιβάλει η σαρακοστιανή επιταγή που λέει: «με αυγό κλείνει το στόμα το βράδυ της Αποκριάς και με αβγό ανοίγει πάλι το βράδυ της Ανάστασης» υπενθυμίζοντας τη νηστεία που πρέπει να τηρηθεί στο διάστημα αυτό. Σύμφωνα με την παράδοση, την τελευταία νύχτα της αποκριάς, η μαμά παίρνει τον πλάστη που πλάθουν φύλλα για τις πίτες δένει μία κλωστή και στην στην άλλη άκρη της κλωστής δένει ένα βρασμένο και ξεφλουδισμένο αυγό. Ολόκληρη η οικογένεια κάθετε γύρω γύρω αλλά και κάτω στο πάτωμα. Ένας απ’ τους μεγάλους κουνάει σαν εκκρεμές το αυγό μπροστά στα στόματα των μελών της οικογένειας. Με αυτό τον τρόπο ο καθένας απ’ αυτούς με τη σειρά προσπαθεί να πιάσει το αβγό με τα δόντια. Όποιος το καταφέρει, λένε ότι είναι τυχερός. Επειδή όλοι μένουν με το στόμα ανοιχτό(χάσκα) γι’αυτό λέγεται και χάσκα(ρ)ς.     ΣΥΓΧΩΡΕΜΕΤΑ Το βράδυ της Αποκριάς πρέπει όλοι να συγχωρέσουν ο ένας τον άλλο. Κάθε οικογένεια πηγαίνει τα παιδιά της στον παππού και την γιαγιά αλλά και στους θείους και θείες τους για να τους συγχωρέσουν. Τα παιδιά αλλά και οι μεγάλοι κάνουν μετάνοια κα ι μετά δίνουν το χέρι και λένε: Συγχωρεμένα κι ότι είπαμε νερό κι άλας. Η χαρά των μικρών είναι μεγάλη γιατί η μετάνοια αυτή αμείβεται με λεφτά. Έτσι όλα τα παιδιά θέλουν εκείνο το βράδυ να πάνε επίσκεψη.   ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ Όποιος δε χορέψει απόψι μάυρους ψύλλους θα τουν φάει μαύρους ψύλλους θα τουν φάει παρδαλός θα τουν τσιουμπήσει     ΡΩΜΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΟΣ Από πέρα από το ποτάμι κι από δώθε απ΄του Βαρλάμη* κάθεται Ρωμιός κιΤούρκος το Ρωμιό τον λένε Γιάννη κι τον Τούρκο Σουλιμάνη* Έχι η Γιάννης μια Βασίλου που’ νι κόκκινη σαν του μήλου. Τί γυρεύεις Σουλιμάνη; Δώσμι Γιάννη τη Βασίλου που’νι κόκκινη σαν του μήλου Δε στη δίνου Σουλιμάνη είσι Τούρκους κι δεν κάνει Σουλιμάνης= Σουλεϊμάν   Βαρλάμη= Βαρλαάμ (η μονή Βαρλαάμ είναι κοντά στον ποταμό Αλιάκμονα)     ΤΟΥ ΠΑΠΑ Η ΓΟΜΑΡΑ   Του παπά μας η γουμάρα στην κουπριά κυλιέται ψόφια στην κουπριά κυλιέται ψόφια κάθιτι παπάς κι κλαίει παπαδιά μοιριολουγάει σώπα σώπα ρε παπά μου διάφορο δικό μας είνι του τουμάρι του κάνου γούνα τα πουδέρια καλαμίδια κι η γουμάρα μι τουν σπόρου παει  στουν τρανό του δρόμου.     Ο ΓΕΡΟΣ Θάμα που’ δα το Σαββάτου σ’ ένα πλάτανο από κάτου επαντρεύαν ένα γέρο κι του δίναν κοριτσάκι Σκύβει ου γέρους να φιλήσει σάλια μύξες την γεμίζει την τραβάει στην καλύβα σκούζι βιλάζι σαν τη γίδα και του γέρου τα πιχνίδια σαν νερόβραστα κρομμύδια.     Η ΒΛΑΧΑ   Βλάχα πλένει στο ποτάμι κι άλλη βλάχα τη ρωτάει: βλάχα τι είσι σκουμπουμένη χαμηλά θιοσκουμένη τι να κάνω η κακομοίρα τέτοιον άνδρα από πήρα τα πουδά ρια μες στη στάχτυ τα τσαρούχια πάν στου φράχτη   ΟΙ ΠΟΝΤΙΚΟΙ   Πέντι πουντικοί μωρε πεντι ποντικοι κι δεκαουχτώ νυφίτσις σιμπα ψυλλε μ του φούρνου γάμο έκαναν μωρε γαμο εκαναν μ’ένα σπυρί στιαράκι σιμπα ψυλλε μ του φούρνου μ’ένα σπυρί στιαράκι σιμπα ψυλλε μ του φούρνου κι του λιάζαν μωρε κι του λιαζαν στης βατσινιας του φύλλου σιμπα ψυλλε μ του φούρνου στης βατσινιας του φύλλου σιμπα ψυλλε μ του φούρνου κι του σακιαζαν μωρε κι του σιακιαζαν στης ψείρας του τουμάρι σιμπα ψυλλε μ του φούρνου στης ψείρας του τουμάρι σιμπα ψυλλε μ του φούρνου κι του φόρτωναν μωρε κι του φόρτουναν στου ψύλλου τα καπούλια σιμπα ψυλλε μ του φούρνου στου ψύλλου τα καπούλια σιμπα ψυλλε μ του φούρνου του πάεναν μωρε και το παεναν στου μύλου να τ’αλέσουν σιμπα ψυλλε μ του φούρνου στου μύλου να τ’αλέσουν σιμπα ψυλλε μ του φούρνου   Ο ΑΝΔΡΑΣ   Τον άνδρα που μου έδωσες μωρ’μάνα μωρ’ μανούλα ψηλό σαν το ρεβύθι . Στην τσέρκα κι αν τον έπαιρνα φοβόταν απ’τα φλόκια. Στην στάχτη πάει κι γκλύστηκε κι βρήκι μια βιλόνα. Στα πρότα (πρόβατα)κι αν τον έστελνα φοβόταν τα τσιουκάνια. Στουν μύλου κι αν τουν έστελνα φοβόταν τα λιθάρια. Τουν τρώει η μύγα τα’άντιρα κι η σφήκα τα πλιμόνια. Το’ να βόδι έχει ζεμένο τ’ άλλο στου παχνί διμένο. Τα παπούτσια από πάν στου φράχτη τα πουδάρια μες στη στάχτη. Κι η γουμάρα μι τουν σπόρου πήρε τουν τρανό του δρόμου

    [διαβάστε στη συνέχεια]
  • ΕΘΙΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ

    ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΣΤΟ ΓΗΛΟΦΟ-ΣΦΑΞΙΜΟ ΓΟΥΡΟΥΝΙΩΝ   Τα Χριστούγεννα είναι μία από τις μεγαλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης. Σύμφωνα με την ορθόδοξη χριστιανική εκκλησία, στην οποία ανήκουν οι περισσότεροι έλληνες, είναι η δεύτερη σημαντικότερη γιορτή μετά το Πάσχα. Από την γιορτή του Αγίου Σπυρίδωνα και μετά τα παιδιά περίμεναν πως και πως την ημέρα που θα λέγανε τα κάλαντα(κόλιαντα).Κάθε βράδυ και μέχρι τις 23 Δεκεμβρίου άκουγες από τις γειτονιές: κόλιανταααααα , κόλιαντααααα. Ήταν τα αγόρια του χωριού τα οποία προειδοποιούσαν ότι έρχονται τα Χριστούγεννα. Μετά τα μεσάνυχτα της παραμονής των Χριστουγέννων, ξημερώματα 24 Δεκεμβρίου ,έρχεται η μεγάλη στιγμή και η χαρά των μικρών αγοριών.(τα κορίτσια δεν έλεγαν παλιά στο χωριό κάλαντα αλλά μόνο τον Λάζαρο το Πάσχα). Τα παιδιά κατά ομάδες, (και ήταν πολλά τότε), ξεκινούσαν για να πουν τα «κόλιαντα» στα σπίτια του χωριού. Τα έβλεπες με χοντρά μπουφάν και κουκούλες να βαδίζουν μέσα στο κρύο και στο χιόνι πολλές φορές. Από παντού ακουγόταν :   Χριστούγεννα,πρωτούγεννα πρώτη γιορτήτουχρόνου για βγάτε δέτεμάθετε που ο Χριστός γεννάται γεννάταικαι βαφτίζεται στον Ιορδάνη ποταμό ψηλά στον Άγιο Αντώνη Και τα βουνά ταράζονταν τα δέντρα προσκυνούσαν κι η Παναγία έλιγι κι η Παναγία λέει Έλα Ιορδάνη πρόδρομι Χριστό για να βαφτίσεις τώρα κινώ κι έρχουμι Χριστό για να βαφτίσω.     Τα παιδιά είχαν μαζί τους καλάθια και κακάβι (μικρό μεταλλικό δοχείο με χερούλι) για να βάζουν μέσα τα λουκάνικα και το κρέας που τους έδιναν. Δεν είχαν λεφτά όλοι τότε λεφτά να τους δώσουν. Λίγα ήταν τα λεφτά που μάζευαν τα παιδιά. Είχαν και ένα ξύλο που ήταν κάπως γυριστό από κάτω σαν μαγκούρα που το λέγαν ματσούκα . Σ’αυτό περνάγανε μέσα τις κουλούρες-κουλουράκια που τους έδιναν οι νοικοκυρές των σπιτιών. Άκουγες τότε να λένε: Κόλιαντα μπάμπω μ’ κόλιαντα, κι εμένα μπάμπω μ’ κλούρα     ΤΟ ΣΦΑΞΙΜΟ ΤΟΥ ΓΟΥΡΟΥΝΙΟΥ   Την ώρα που τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα, στις γειτονίες έσφαζαν τα γουρούνια.είχαν δηλ. γουρνοχαρά.Τα γουρούνια τότε τα τάιζαν πολλούς μήνες πριν (μερικοί από την Άνοιξη).Ζύγιζαν όλα πάνω από 80-100 κιλά το καθένα Οι νοικοκυραίοι έφτιαχναν μεγάλο χοίρο για να έχουν κρέας για μεγάλο χρονικό διάστημα και λίπος(Εκείνη την εποχή τρώγαν πολύ λίπος γιατί δεν είχαν λάδι).Τά γουρούνια τα τάιζαν καλαμπόκι (χωρίς λιπάσματα όπως ακόμα και σήμερα), πίτουρα (ψίνα το λέμε στο χωριό μας) και τους καλοκαιρινούς μήνες βελανίδια(βαλάνι).Άλλες εποχές, άλλη ατμόσφαιρα τότε, άλλος τρόπος εκτροφής άλλη ράτσα γουρουνιών. Σήμερα οι τροφές είναι βιομηχανικές και με ορμόνες . Για το σφάξιμο των γουρουνιών απαιτούνταν 3 και παραπάνω άνδρες. Δεν είναι εύκολη υπόθεση να βάλεις κάτω γουρούνι και να το σφάξεις. Γινόταν βέβαια πριν προετοιμασία από την νοικοκυρά του σπιτιού. Έπρεπε να τα έχει όλα έτοιμα: μαχαίρια, τσεκούρι, λεκάνες καζάνι με ζεστό νερό και οτιδήποτε άλλο χρειαζόταν. Ο σφαγέας έπρεπε να ήταν καλός τεχνίτης την ώρα της σφαγής. Πολλές φορές το γουρούνι είχε μεγάλη δύναμη και ξέφευγε με μεσοκομμένο το λαιμό του .Μόλις κόβανε το γουρούνι η νοικοκυρά έφερνε στο φτυάρι κάρβουνα με θυμιάμα και το θυμιάτιζαν .Τα παιδιά περίμεναν να βγάλουν την φούσκα για να την φουσκώσουν να παίξουν μιας και δεν είχαν μπάλες. Η φούσκα ήταν η ουρήθρα του γουρουνιού Και το γδάρσιμο απαιτούσε τέχνη .Πρόσεχαν να μην τρυπήσουν το δέρμα (τομάρι) γιατί το χρειαζόταν για να φτιάχνουν γουρνουτσάρχα. Αφού τελείωναν το σφάξιμο η νοικοκυρά έφτιαχνε τηγανιά από το ίδιο το κρέας που είχαν σφάξει και τρώγαν και πίναν. Έπειτα από κει έφευγαν και πήγαιναν στου άλλουνού το σπίτι και έσφαζαν κι εκεί τα γουρούνι. Τότε υπήρχε αλληλοβοήθεια κι όχι όπως σήμερα. Μετά το σφάξιμο του γουρουνιού βγάνανε το λίπος (παστό το λένε) και κρεμάγανε το σφάγιο στο υπόγειο του σπιτιού για να στραγγίσει. Τον παστό τον κόβανε μικρά κομματάκια και τον λιώνανε σε καζάνι και τον βάζανε σε δοχεία (πολλές φορές πήλινα)για να έχουν όλο το χρόνο λίπος(λίγδα) για φαγητά και πίτες. Το λιώσιμο του λίπους ήταν χρονοβόρο και κουραστικό. Τα υπολείμματα από τον παστό, τις λεγόμενες τσιγαρίδες δεν τα πετούσαν γιατί ήταν ο καλύτερος μεζές. Πολλές οικογένειες έφτιαχναν και παστρουμά. Το κρέας αφού στράγγιζε το κόβανε ,το αλατίζανε και το βάζανε μέσα σε κασόνια ξύλινα που τα λέγανε κάδες . Παλιότερα δεν υπήρχαν ψυγεία και διατηρούσαν έτσι το κρέας με αυτό τον τρόπο για 2-3 μήνες. Τι πεντανόστιμο κρέας ήταν εκείνο! Το κεφάλι του γουρουνιού και τα πόδια τα μαδούσαν καλά και το ξύριζαν μέσα σε ζεστό νερό. Από αυτά έφτιαχναν πατσά. Έβαζαν μέσα στον πατσά και λίγο σκόρδο και τον έβαζαν μέσα σε σουπιέρες(τσίγκινα βαθιά πιάτα) και μετά στα παράθυρα για να παγώσει. Έφτιαχναν και λουκάνικα. Τί καταπληκτικά λουκάνικα ήταν εκείνα! Δεν υπάρχουν σήμερα τέτοια. Περιείχαν κομματάκια ψαχνό κρέας κομμένο με το μαχαίρι ,λίπος από το κεφάλι του γουρουνιού(μαγούλι-μπουσιουρτί),και πράσο. Στις μέρες μας όλα έχουν αλλάξει. Λίγοι φτιάχνουν χοιράδι και λουκάνικα, λίπα παστρουμά σχεδόν κανένας. Όσο για τα κάλαντα υπάρχουν πολύ λίγα παιδιά παιδιά να τα πουν.  

    [διαβάστε στη συνέχεια]
  • ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

    <marquee behavior=»scroll» direction=»left» scrollamount=»20″ style=»background:#760001; color:#999900; font-size:30px; font-family:Arial»> </a>ΕΚΘΕΣΗ ΕΠΟΠΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ</marquee>     ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ Το Σάββατο του Λαζάρου θεωρείται μέρα του θανάτου και της ζωής. O Λάζαρος είναι μια μορφή που εμπνέει σεβασμό στον ελληνικό λαό. Παλιότερα οι εκδηλώσεις εορτασμού ήταν πολλές και ποικίλες, ωστόσο σήμερα έχουν λησμονηθεί ως επί το πλείστον. Για παράδειγμα τα κάλαντα του Λαζάρου τραγουδιούνται σε ελάχιστες περιοχές, ενώ παλιότερα ήταν από τα πιο ζωντανά έθιμα και έδιναν ιδιαίτερο τόνο στις μικρές κοινωνίες. Τα κάλαντα του Λαζάρου ήταν αποκλειστικά σχεδόν γυναικεία και τα τραγουδούσαν κοπέλες διαφόρων ηλικιών ακόμα και κορίτσια τις παντρειάς που ονομάζονταν «Λαζαρίνες». Στο Γήλοφο το δρώμενο ξεκίναγε Παρασκευή το απόγευμα. Τα κορίτσια του χωριού συγκεντρωνόταν στην εκκλησία και άναβαν κεριά. Μετά πήγαιναν σε κάθε σπίτι έχοντας στα χέρια τους δύο καλάθια. Στο ένα έβαζαν το βρασμένο καλαμπόκι που τους έδιναν(κάθε σπίτι τους έδινε καλαμπόκι ποσότητας ενός πιάτου) και στο άλλο τα αυγά που τους έδιναν οι νοικοκυρές των σπιτιών. Την παραμονή του Λαζάρου συνήθιζαν να βράζουν καλαμπόκι συνήθεια που συνεχίζεται και στις μέρες μας. Τα κορίτσια πηγαίνοντας σε κάθε σπίτι τραγουδούσαν: Κίνισι η πρόδρουμους μι τα παλικάρια του μι τους λιβιντάδις του. Μετά διαλύονταν και πήγαινε κάθε κορίτσι στο σπίτι του. Ότι είχαν μαζέψει δεν το μοιράζανε εκείνη την ημέρα αλλά τα έπαιρνε ένα κορίτσι στο σπίτι του . Την άλλη μέρα το Σάββατο συγκεντρωνόταν τα κορίτσια στο μεσοχώρι στην πλατεία και μετά πήγαιναν σε κάθε σπίτι τραγουδώντας και αυτή τη φορά μάζευαν λεφτά και όχι καλαμπόκι και αυγά. Ότι είχε ο καθένας τους έδινε. Οι πιο πολλοί βέβαια τους έδιναν δεκάρες τρύπιες. Τα λεφτά τα μάζευε το πιο μεγαλύτερο σε ηλικία κορίτσι. Όλα όσα είχαν μαζέψει (καλαμπόκι, αυγά λεφτά)τα μοίραζαν την Κυριακή των Βαΐων . Σε κάθε σπίτι τα κορίτσια έλεγαν σε κάθε αγόρι ανύπαντρο και από ένα τραγούδι. Αν π.χ στην οικογένεια ήταν τρία αγόρια ανύπαντρα οι κοπέλες έλεγαν στον καθένα και ένα τραγούδι. Το αγόρι έδινε τα λεφτά σε όποιο κορίτσι ήθελε αυτό. Λεφτά έδινε και η μάνα του αγοριού. Κάθε κορίτσι πέρναγε μπροστά από το αγόρι και του έλεγε να του δώσει το χέρι να το φιλήσει. Όποιο κορίτσι διάλεγε το αγόρι να δώσει τα λεφτά αυτό του φιλούσε το χέρι και όχι τα άλλα. Το τραγούδι που έλεγαν στο αγόρι ήταν: Κίνησε ο νιούτσικος να πάει αρραβωνιάσει. Ουδε τα ρούχα του έβαλε ουδέ τον ντουλαμάτου, ουδέ το ασημομάχαιρο που αξίζει τρείς χιλιάδες που άξιζε τρείς και τέσσερες που άξιζε δεκαπέντε. Κι η μάνα του του έλεγε κι η μάνα του το λέει: Βάλε παιδί ΄μ τα ρούχα σου βάλε βάλε τον ντουλαμά σου βάλε το ασημομάχαιρο που αξίζει τρείς χιλιάδες και σίρε κι αρραβώνιασε του Ρήγα τη θηγατέρα Γύρεψε βόδια απ’ το ζυγό γελάδια απ’ την αγέλη γύρεψε κι άλογο καλό να περπατάς καβάλα να περπατάς να χαίρεσαι να χαίρεται η καρδιά σου. Στα νιόπαντρα αγόρια λέγαν: Πως πρέπουν τ’ αργυρά κουμπιά , σε πράσινο γιλέκο έτσι έπρεπε κι ου νιούτσικους να παίζει με την κόρη. Στα γόνατα την έπαιρνε στα μάτια την φιλούσε στα μάτια τα ματόφυλλα στα τα νιοκαμαρωμένα. Κόρη μ’ δεν είσαι ρόδινη ξανθή και μαυρομάτα. Αν θέλεις να ‘ μια ρόδινη ξανθή και μαυρομάτα σύρε στην Aντριανούπολη σύρε στη Σαλονίκη κι αγόρασέ με ξόπλατο , Σερβιώτικο ζωνάρι να ζώσω άξιο σου το σπαθί να γίνω ζερβοπούλα. Σε όσα παιδιά ήταν γραμματισμένα έλεγαν: Γραμματικός εκάθονταν πάνω σε άσπρη πέτρα και γράφει και κοντίλιαζε τριόκλωνο μιλάνι. Κι σιάστηκαν τα χέρια του και χύθηκε η μελάνη. Ποιος έχει σκάμμα κι θερμό να πλύνει ο νιός τα ρούχα να πλύνει ο νιός τα ρούχα του τα άσπρα τα καλά του κι η κόρη που τον αγαπά κι η κόρη που τον θέλει αυτή έχει σκάμμα κι θερμό κι αυγερινό σαπούνι να πλύνει ο νιός τα ρούχα του τα άσπρα του τα καλά του. Τα τραγούδια αυτά τα έλεγαν μετά και στην πλατεία του χωριού στα αγόρια που ήταν εκέι μαζεμένα. Προς το μεσημέρι πήγαινε κάθε κορίτσι στο σπίτι του. Την άλλη μέρα, την Κυριακή των βαΐων πήγαιναν στην εκκλησία. Μετά τη θεία λειτουργία χόρευαν στο προάυλιο της εκκλησίας: Βάϊες μου Βα ϊτσες μου και ομορφοκρανίτσες μου Σηκώνομαι πρωί πρωί μαύρος από τον ύπνο παίρνω νερό και νίβομαι μαύρος να ξαγρυπνήσω παίρνω νερό κι νίβομαι και μοσχοσαπουνίζομαι και παίρνω δίπλα τα βουνά δίπλα τα κορφοβούνια κι ακούω τα λάφια να βοσκούν ακούω τα δέντρα να βροντούν και τις οξιές πως βάζουν(βουίζουν Μπροστά χόρευε συνήθως ένα από τα μεγαλύτερα κορίτσια. Δεν άλλαζαν χέρια. Σε όλο το τραγούδι το ίδιο κορίτσι ήταν μπροστά. Κατά της 3 με 4 ή ώρα τα κορίτσια συγκεντρωνόταν ξανά στην πλατεία του χωριού για να ξεπροβοδίσουν τον>.Εκεί χόρευαν πάλι και τραγουδούσαν και οι κάτοικοι του χωριού ήταν μαζεμένοι όλοι γύρω γύρω. Το τραγούδι που έλεγαν ήταν: Μια φορά είναι η λεβεντιά μια φορά είναι τα νιάτα μια φορά περπάτησα κι εγώ με τους λεβέντες τραγδάτε παλικάρια μου να μη ξαρματωθείτε κι μας πεισμώσει ο Λάζαρος κι άλλη χρονιά δεν θα’ρθει. Μετά ακολουθούσε μια πορεία προς μια περιοχή που στο χωριό λέμε βλαχόστρατα. Το δρώμενο που περιγράφεται παρακάτω πρέπει να είναι μοναδικό στην Ελλάδα και δεν απαντάται σε άλλη περιοχή και χωριό . Τα κορίτσια φορούσαν μαύρα μαντίλια και πίσω ακολουθούσαν και άλλες γυναίκες και μικρά παιδάκια. όπως προχωρούσαν κάθε λίγο και λιγάκι γύριζαν το σώμα προς τα πίσω ,ύψωναν τα μαντίλια και κλαίγοντας έλεγαν: Γύρνα πίσω Λάζαρε σε κλαίν οι Λαζαρίνες Αυτό γινόταν αρκετές φορές μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους. Στον τόπο του προορισμού έχει κάποιες βατσινιές(βάτα). Εκεί άπλωναν κάποια σχοινιά-κλωστές διαφόρων χρωμάτων (εκτός από μαύρο)Αυτά τα έπαιρναν τα πουλιά για τις φωλιές τους και άλλα σάπιζαν εκεί πάνω στη βατσινιά. Άλλα τα έβρισκαν πάλι εκεί τον επόμενο χρόνο .Έπειτα γύριζαν πάλι στην πλατεία και εκεί έλεγαν το εξής τραγούδι: Η ήλιους εβασίλιψι Πέρα στα λιβαδίτσια Κι ιγώ κόρη μ’ σι διάλεγα Απ’ τ’άλλα τα κουρίτσια Δεν σίξηρα λεβέντη μου πως αγαπάς ιμένα να γήνου γής να με πατάς γεφύρι να περάσεις να γίνου κι ασημόκουπα να πίνεις το κρασί σου. Το κορίτσι που κράταγε στο σπίτι του τα αυγά το καλαμπόκι και τα λεφτά πήγαινε στο σπίτι του και τα έφερνε όλα για να γίνει η μοιρασιά. Έτσι με το μοίρασμα αυτό τέλειωνε και το δρώμενο του Λαζάρου.

    [διαβάστε στη συνέχεια]