ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

<marquee behavior=»scroll» direction=»left» scrollamount=»20″ style=»background:#760001; color:#999900; font-size:30px; font-family:Arial»>
</a>ΕΚΘΕΣΗ ΕΠΟΠΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ</marquee>

 

 

ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Το Σάββατο του Λαζάρου θεωρείται μέρα του θανάτου και της ζωής. O Λάζαρος είναι μια μορφή που εμπνέει σεβασμό στον ελληνικό λαό. Παλιότερα οι εκδηλώσεις εορτασμού ήταν πολλές και ποικίλες, ωστόσο σήμερα έχουν λησμονηθεί ως επί το πλείστον. Για παράδειγμα τα κάλαντα του Λαζάρου τραγουδιούνται σε ελάχιστες περιοχές, ενώ παλιότερα ήταν από τα πιο ζωντανά έθιμα και έδιναν ιδιαίτερο τόνο στις μικρές κοινωνίες. Τα κάλαντα του Λαζάρου ήταν αποκλειστικά σχεδόν γυναικεία και τα τραγουδούσαν κοπέλες διαφόρων ηλικιών ακόμα και κορίτσια τις παντρειάς που ονομάζονταν «Λαζαρίνες». Στο Γήλοφο το δρώμενο ξεκίναγε Παρασκευή το απόγευμα. Τα κορίτσια του χωριού συγκεντρωνόταν στην εκκλησία και άναβαν κεριά. Μετά πήγαιναν σε κάθε σπίτι έχοντας στα χέρια τους δύο καλάθια. Στο ένα έβαζαν το βρασμένο καλαμπόκι που τους έδιναν(κάθε σπίτι τους έδινε καλαμπόκι ποσότητας ενός πιάτου) και στο άλλο τα αυγά που τους έδιναν οι νοικοκυρές των σπιτιών. Την παραμονή του Λαζάρου συνήθιζαν να βράζουν καλαμπόκι συνήθεια που συνεχίζεται και στις μέρες μας. Τα κορίτσια πηγαίνοντας σε κάθε σπίτι τραγουδούσαν:

Κίνισι η πρόδρουμους

μι τα παλικάρια του

μι τους λιβιντάδις του.
Μετά διαλύονταν και πήγαινε κάθε κορίτσι στο σπίτι του. Ότι είχαν μαζέψει δεν το μοιράζανε εκείνη την ημέρα αλλά τα έπαιρνε ένα κορίτσι στο σπίτι του . Την άλλη μέρα το Σάββατο συγκεντρωνόταν τα κορίτσια στο μεσοχώρι στην πλατεία και μετά πήγαιναν σε κάθε σπίτι τραγουδώντας και αυτή τη φορά μάζευαν λεφτά και όχι καλαμπόκι και αυγά. Ότι είχε ο καθένας τους έδινε. Οι πιο πολλοί βέβαια τους έδιναν δεκάρες τρύπιες. Τα λεφτά τα μάζευε το πιο μεγαλύτερο σε ηλικία κορίτσι. Όλα όσα είχαν μαζέψει (καλαμπόκι, αυγά λεφτά)τα μοίραζαν την Κυριακή των Βαΐων . Σε κάθε σπίτι τα κορίτσια έλεγαν σε κάθε αγόρι ανύπαντρο και από ένα τραγούδι. Αν π.χ στην οικογένεια ήταν τρία αγόρια ανύπαντρα οι κοπέλες έλεγαν στον καθένα και ένα τραγούδι. Το αγόρι έδινε τα λεφτά σε όποιο κορίτσι ήθελε αυτό. Λεφτά έδινε και η μάνα του αγοριού. Κάθε κορίτσι πέρναγε μπροστά από το αγόρι και του έλεγε να του δώσει το χέρι να το φιλήσει. Όποιο κορίτσι διάλεγε το αγόρι να δώσει τα λεφτά αυτό του φιλούσε το χέρι και όχι τα άλλα.

Το τραγούδι που έλεγαν στο αγόρι ήταν:

Κίνησε ο νιούτσικος

να πάει αρραβωνιάσει.

Ουδε τα ρούχα του έβαλε

ουδέ τον ντουλαμάτου,

ουδέ το ασημομάχαιρο

που αξίζει τρείς χιλιάδες

που άξιζε τρείς και τέσσερες

που άξιζε δεκαπέντε.

Κι η μάνα του του έλεγε κι η μάνα του το λέει:

Βάλε παιδί ΄μ τα ρούχα σου βάλε

βάλε τον ντουλαμά σου

βάλε το ασημομάχαιρο

που αξίζει τρείς χιλιάδες

και σίρε κι αρραβώνιασε

του Ρήγα τη θηγατέρα
Γύρεψε βόδια απ’ το ζυγό

γελάδια απ’ την αγέλη

γύρεψε κι άλογο καλό

να περπατάς καβάλα να περπατάς να χαίρεσαι
να χαίρεται η καρδιά σου.
Στα νιόπαντρα αγόρια λέγαν:
Πως πρέπουν τ’ αργυρά κουμπιά , σε πράσινο γιλέκο

έτσι έπρεπε κι ου

νιούτσικους να παίζει με την κόρη. Στα γόνατα την έπαιρνε
στα μάτια την φιλούσε

στα μάτια τα ματόφυλλα στα τα νιοκαμαρωμένα.

Κόρη μ’ δεν είσαι ρόδινη ξανθή και μαυρομάτα. Αν θέλεις να ‘ μια ρόδινη

ξανθή και μαυρομάτα

σύρε στην Aντριανούπολη

σύρε στη Σαλονίκη κι αγόρασέ με ξόπλατο ,

Σερβιώτικο ζωνάρι να ζώσω άξιο σου το σπαθί να γίνω ζερβοπούλα.

Σε όσα παιδιά ήταν γραμματισμένα έλεγαν:
Γραμματικός εκάθονταν

πάνω σε άσπρη πέτρα

και γράφει και κοντίλιαζε

τριόκλωνο μιλάνι.

Κι σιάστηκαν τα χέρια του

και χύθηκε η μελάνη.

Ποιος έχει σκάμμα κι θερμό
να πλύνει ο νιός τα ρούχα

να πλύνει ο νιός τα ρούχα του

τα άσπρα τα καλά του

κι η κόρη που τον αγαπά
κι η κόρη που τον θέλει

αυτή έχει σκάμμα κι θερμό

κι αυγερινό σαπούνι

να πλύνει ο νιός τα ρούχα του

τα άσπρα του τα καλά του.
Τα τραγούδια αυτά τα έλεγαν μετά και στην πλατεία του χωριού στα αγόρια που ήταν εκέι μαζεμένα. Προς το μεσημέρι πήγαινε κάθε κορίτσι στο σπίτι του. Την άλλη μέρα, την Κυριακή των βαΐων πήγαιναν στην εκκλησία. Μετά τη θεία λειτουργία χόρευαν στο προάυλιο της εκκλησίας:
Βάϊες μου Βα ϊτσες μου

και ομορφοκρανίτσες μου

Σηκώνομαι πρωί πρωί

μαύρος από τον ύπνο

παίρνω νερό και νίβομαι

μαύρος να ξαγρυπνήσω

παίρνω νερό κι νίβομαι

και μοσχοσαπουνίζομαι και παίρνω δίπλα τα βουνά

δίπλα τα κορφοβούνια

κι ακούω τα λάφια να βοσκούν

ακούω τα δέντρα να βροντούν

και τις οξιές πως βάζουν(βουίζουν
Μπροστά χόρευε συνήθως ένα από τα μεγαλύτερα κορίτσια. Δεν άλλαζαν χέρια. Σε όλο το τραγούδι το ίδιο κορίτσι ήταν μπροστά. Κατά της 3 με 4 ή ώρα τα κορίτσια συγκεντρωνόταν ξανά στην πλατεία του χωριού για να ξεπροβοδίσουν τον>.Εκεί χόρευαν πάλι και τραγουδούσαν και οι κάτοικοι του χωριού ήταν μαζεμένοι όλοι γύρω γύρω.
Το τραγούδι που έλεγαν ήταν:
Μια φορά είναι η λεβεντιά

μια φορά είναι τα νιάτα

μια φορά περπάτησα

κι εγώ με τους λεβέντες
τραγδάτε παλικάρια μου

να μη ξαρματωθείτε

κι μας πεισμώσει ο Λάζαρος

κι άλλη χρονιά δεν θα’ρθει.
Μετά ακολουθούσε μια πορεία προς μια περιοχή που στο χωριό λέμε βλαχόστρατα. Το δρώμενο που περιγράφεται παρακάτω πρέπει να είναι μοναδικό στην Ελλάδα και δεν απαντάται σε άλλη περιοχή και χωριό . Τα κορίτσια φορούσαν μαύρα μαντίλια και πίσω ακολουθούσαν και άλλες γυναίκες και μικρά παιδάκια. όπως προχωρούσαν κάθε λίγο και λιγάκι γύριζαν το σώμα προς τα πίσω ,ύψωναν τα μαντίλια και κλαίγοντας έλεγαν:

Γύρνα πίσω Λάζαρε

σε κλαίν οι Λαζαρίνες
Αυτό γινόταν αρκετές φορές μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους. Στον τόπο του προορισμού έχει κάποιες βατσινιές(βάτα). Εκεί άπλωναν κάποια σχοινιά-κλωστές διαφόρων χρωμάτων (εκτός από μαύρο)Αυτά τα έπαιρναν τα πουλιά για τις φωλιές τους και άλλα σάπιζαν εκεί πάνω στη βατσινιά. Άλλα τα έβρισκαν πάλι εκεί τον επόμενο χρόνο .Έπειτα γύριζαν πάλι στην πλατεία και εκεί έλεγαν το εξής τραγούδι:

Η ήλιους εβασίλιψι

Πέρα στα λιβαδίτσια

Κι ιγώ κόρη μ’ σι διάλεγα

Απ’ τ’άλλα τα κουρίτσια

Δεν σίξηρα λεβέντη μου

πως αγαπάς ιμένα

να γήνου γής να με πατάς

γεφύρι να περάσεις

να γίνου κι ασημόκουπα

να πίνεις το κρασί σου.

Το κορίτσι που κράταγε στο σπίτι του τα αυγά το καλαμπόκι και τα λεφτά πήγαινε στο σπίτι του και τα έφερνε όλα για να γίνει η μοιρασιά. Έτσι με το μοίρασμα αυτό τέλειωνε και το δρώμενο του Λαζάρου.

Comment is closed.