ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΔΡΩΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ  ΚΑΙ ΔΡΩΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ

‘’ Όποιους δε χορέψει απόψι μαύρους ψύλλους θα τουν φάει…

‘’Όπως σε όλη την Ελλάδα έτσι και στο Γήλοφο τα δρώμενα της Αποκριάς και τα αντίστοιχα τραγούδια παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Με πολύ χαρά κατέγραψα και τα παρουσιάζω γιατί ίσως κάποτε να είναι ξεχασμένα. Τα τραγούδια τα έλεγαν οι γυναίκες στο μεσοχώρι ή ακόμα και το βράδυ στα διάφορα νυχτέρια τις μέρες της Αποκριάς . Τα παρουσιάζω εδώ αυθεντικά σε τοπική διάλεκτο.

ΔΡΩΜΕΝΑ

ΧΑΣΚΑΡΣ

xaska

Το έθιμο «Χάσκαρς» το επιβάλει η σαρακοστιανή επιταγή που λέει: «με αυγό κλείνει το στόμα το βράδυ της Αποκριάς και με αβγό ανοίγει πάλι το βράδυ της Ανάστασης» υπενθυμίζοντας τη νηστεία που πρέπει να τηρηθεί στο διάστημα αυτό. Σύμφωνα με την παράδοση, την τελευταία νύχτα της αποκριάς, η μαμά παίρνει τον πλάστη που πλάθουν φύλλα για τις πίτες δένει μία κλωστή και στην στην άλλη άκρη της κλωστής δένει ένα βρασμένο και ξεφλουδισμένο αυγό. Ολόκληρη η οικογένεια κάθετε γύρω γύρω αλλά και κάτω στο πάτωμα. Ένας απ’ τους μεγάλους κουνάει σαν εκκρεμές το αυγό μπροστά στα στόματα των μελών της οικογένειας. Με αυτό τον τρόπο ο καθένας απ’ αυτούς με τη σειρά προσπαθεί να πιάσει το αβγό με τα δόντια. Όποιος το καταφέρει, λένε ότι είναι τυχερός. Επειδή όλοι μένουν με το στόμα ανοιχτό(χάσκα) γι’αυτό λέγεται και χάσκα(ρ)ς.

 

 

ΣΥΓΧΩΡΕΜΕΤΑ

Το βράδυ της Αποκριάς πρέπει όλοι να συγχωρέσουν ο ένας τον άλλο. Κάθε οικογένεια πηγαίνει τα παιδιά της στον παππού και την γιαγιά αλλά και στους θείους και θείες τους για να τους συγχωρέσουν. Τα παιδιά αλλά και οι μεγάλοι κάνουν μετάνοια κα ι μετά δίνουν το χέρι και λένε: Συγχωρεμένα κι ότι είπαμε νερό κι άλας. Η χαρά των μικρών είναι μεγάλη γιατί η μετάνοια αυτή αμείβεται με λεφτά. Έτσι όλα τα παιδιά θέλουν εκείνο το βράδυ να πάνε επίσκεψη.

cebacf85cf81ceb1-cf83ceb1cf81ceb1cebacebfcf83cf84ceae

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ

Όποιος δε χορέψει απόψι

μάυρους ψύλλους θα τουν φάει

μαύρους ψύλλους θα τουν φάει

παρδαλός θα τουν τσιουμπήσει

 

 

ΡΩΜΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΟΣ

Από πέρα από το ποτάμι κι

από δώθε απ΄του Βαρλάμη*

κάθεται Ρωμιός κιΤούρκος

το Ρωμιό τον λένε Γιάννη

κι τον Τούρκο Σουλιμάνη*

Έχι η Γιάννης μια Βασίλου

που’ νι κόκκινη σαν του μήλου.

Τί γυρεύεις Σουλιμάνη;

Δώσμι Γιάννη τη Βασίλου

που’νι κόκκινη σαν του μήλου

Δε στη δίνου Σουλιμάνη

είσι Τούρκους κι δεν κάνει

Σουλιμάνης= Σουλεϊμάν

 

Βαρλάμη= Βαρλαάμ (η μονή Βαρλαάμ είναι κοντά στον ποταμό Αλιάκμονα)

 

 

ΤΟΥ ΠΑΠΑ Η ΓΟΜΑΡΑ

 

Του παπά μας η γουμάρα

στην κουπριά κυλιέται ψόφια

στην κουπριά κυλιέται ψόφια

κάθιτι παπάς κι κλαίει

παπαδιά μοιριολουγάει

σώπα σώπα ρε παπά μου

διάφορο δικό μας είνι

του τουμάρι του κάνου γούνα

τα πουδέρια καλαμίδια

κι η γουμάρα μι τουν σπόρου

παει  στουν τρανό του δρόμου.

 

 

Ο ΓΕΡΟΣ

Θάμα που’ δα το Σαββάτου

σ’ ένα πλάτανο από κάτου

επαντρεύαν

ένα γέρο

κι του δίναν κοριτσάκι

Σκύβει ου γέρους να φιλήσει

σάλια μύξες την γεμίζει

την τραβάει στην καλύβα

σκούζι βιλάζι σαν τη γίδα

και του γέρου τα πιχνίδια

σαν νερόβραστα κρομμύδια.

 

 

Η ΒΛΑΧΑ

 

Βλάχα πλένει στο ποτάμι

κι άλλη βλάχα τη ρωτάει:

βλάχα τι είσι σκουμπουμένη

χαμηλά θιοσκουμένη

τι να κάνω η κακομοίρα

τέτοιον άνδρα από πήρα

τα πουδά ρια μες στη στάχτυ

τα τσαρούχια πάν στου φράχτη

 

ΟΙ ΠΟΝΤΙΚΟΙ

 

Πέντι πουντικοί μωρε πεντι ποντικοι

κι δεκαουχτώ νυφίτσις

σιμπα ψυλλε μ του φούρνου

γάμο έκαναν μωρε γαμο εκαναν

μ’ένα σπυρί στιαράκι

σιμπα ψυλλε μ του φούρνου

μ’ένα σπυρί στιαράκι

σιμπα ψυλλε μ του φούρνου

κι του λιάζαν μωρε κι του λιαζαν

στης βατσινιας του φύλλου

σιμπα ψυλλε μ του φούρνου

στης βατσινιας του φύλλου

σιμπα ψυλλε μ του φούρνου

κι του σακιαζαν μωρε κι του σιακιαζαν

στης ψείρας του τουμάρι

σιμπα ψυλλε μ του φούρνου

στης ψείρας του τουμάρι

σιμπα ψυλλε μ του φούρνου

κι του φόρτωναν μωρε κι του φόρτουναν

στου ψύλλου τα καπούλια

σιμπα ψυλλε μ του φούρνου

στου ψύλλου τα καπούλια

σιμπα ψυλλε μ του φούρνου

του πάεναν μωρε και το παεναν

στου μύλου να τ’αλέσουν

σιμπα ψυλλε μ του φούρνου

στου μύλου να τ’αλέσουν

σιμπα ψυλλε μ του φούρνου

 

Ο ΑΝΔΡΑΣ

 

Τον άνδρα που μου έδωσες

μωρ’μάνα μωρ’ μανούλα ψηλό σαν το ρεβύθι .

Στην τσέρκα κι αν τον έπαιρνα

φοβόταν απ’τα φλόκια.

Στην στάχτη πάει κι γκλύστηκε

κι βρήκι μια βιλόνα.

Στα πρότα (πρόβατα)κι αν τον έστελνα

φοβόταν τα τσιουκάνια.

Στουν μύλου κι αν τουν έστελνα

φοβόταν τα λιθάρια.

Τουν τρώει η μύγα τα’άντιρα

κι η σφήκα τα πλιμόνια.

Το’ να βόδι έχει ζεμένο

τ’ άλλο στου παχνί διμένο.

Τα παπούτσια από πάν στου φράχτη

τα πουδάρια μες στη στάχτη.

Κι η γουμάρα μι τουν σπόρου

πήρε τουν τρανό του δρόμου

Comment is closed.