Επισκέφτηκα τον μπάρμπα -Νάκα τον Αύγουστο του 2009 . Μόλις άκουσε το κουδούνι μου φώναξε να περάσω. Ήταν κουλουριασμένος σε μια κουβερτούλα και μόλις με είδε σηκώθηκε αμέσως να με καλωσορίσει. Ευγενικός κι καλοσυνάτος, χαμογελαστός άνθρωπος αλλά και πολύ καταδεκτικός. Μου πρότεινε να με κεράσει καφέ και ότι ήθελα. Στο σπίτι τα έχει όλα.
Πόσο χρονών είσαι μπαρμπα Νάκα;
81 χρονών είμαι .Η ταυτότητα γράφει το 1929.Δεν θυμάμαι και καλά.
Πές μου κάτι για σένα.Για την ζωή σου.
Ήμασταν 6 αδέρφια . 3 παιδιά (αγόρια)και 3 κορίτσια. Εγώ, ο Γιόρς κι ο κώστας(του Κόλια ο πατέρας), η Μούκινα, η σοφία Ντόβα΄και η κωνσταντινιά.Τα δυο σκοτώθηκαν τότε στο αντάρτικο .Ο Κώστας και η Κωνσταντίνα. Εμέις οι Γκουμουτσαίοι έχουμε καταγωγή από τη Δεσκάτη. Ο πατέρας μου ήρθε από την Δεσκάτη επί Τουρκοκρατίας, παντρεύτηκε την μάνα μου και μετά πήγαν στην Κερασιά να μείνουν. Η μάνα μου δεν μπορούσε να καθίσει εκεί και γύρισαν πάλι στο χωριό.
Ξέρεις γράμματα;
Που γράμματα.Δεν πήγα σχολείο. Γρί γράμμα.
Βλέπω καπνίζεις
Ναι από κανα τσιγάρο. Τώρα έχω .Μια χαρά είμαι. Παλιά θυμάμαι καπνίζαμε οξιό και τσιαμπά. Ταλαίπωρα χρόνια.
Πως ήταν τότε το χωριό;
Το χωριό είχε 5-6 σπίτια πέτρινα με λάσπη και άχυρο.Πέτρινα σπίτια είχαν οι Καρανταναίοι, οι Γκουντρουβιναίοι, οι μπουλαίοι ,ο βεροκώστας, οι Κοτσιραίοι και ο παππούς ο Γκουμότσιος. Είχε και καλύβες και φραχτένια σπίτια. Τις γριντές για τα σπίτια τις κουβαλούσαμε με τα βόδια από τον Παπακώστα .Τότε στο χωριό είχαμε βόδια και γελάδια και λίγα πρόβατα.Τα είχαμε στο πάτωμα του σπιτιού. Αργότερα όποιος έφτιαχνε καλυβάκι τα έβαζε εκεί.Βρύσες δεν είχαμε όπως σήμερα. Κουβαλάγαμε νερό με τις φτσέλες τις ξύλινες από τα μπγιάδια.(πηγάδια) .Πηγάδια ήταν στην Τσιαρέσια, στην παλιόβρυση, στου Λάμπρου το σπίτι(δεν το πρόλαβες εσύ)εκει στου Γιωργόυλη το σπίτι,και στην κουσένι. Όχι στην βρύση που υπάρχει σήμερα στην κουσένι. Πιο πάνω από το σπίτι της τζίκαινας Ντιόντιου.Που δρόμοι. Μόνο μονοπατάκια. Τυράννια σου λέω.
Α είχατε βόδια και αγελάδες τότε μπάρμπα. Τα γελάδια τα θυμάμαι λίγο σαν όνειρο που τα είχατε στις γελαδαρές.
Ναι. Με τα βόδια κάναμε χωράφι και με το αλέτρι. Αργότερα ,πολύ αργότερα ήρθαν οι σιδεριές στο χωριό. Εγώ έφτιαχνα καλά αλέτρια. Στον εμφύλιο το 1947-48 μας μάζεψαν τα βόδια τις αγελάδες τα πρόβατα και τα γίδια οι αντάρτες. Το 1947-1948 το χωριό πήγε στη Δεσκάτη. Κανένας δεν έμεινε εδώ. Πήραμε και τις κότες μαζί. Όσα πρόβατα έμειναν τα είχαμε στη Δεσκάτη .Μετά την κατάσταση(εμφύλιο) το χωριό ξαναπήρε γελάδια-περίπου 100 κεφάλια ήταν όλα-, γίδια και πρόβατα. θυμάμαι είχαμε και κάποιον γελαδάρη τον Χαράλαμπο από το Γερακάρι. Αυτός μάζευε τα γελάδια από το χωριό για βοσκή. Τα γελάδια κοιμόταν στην βαρτόπα(όταν είχε καλοκαιρία) .Τον πλήρωναν με βρίζα. Σπάνια του δίναμε λεφτά. Προς το 1965-1968 περίπου τα ξεκάναμε όλοι τα γελάδια. Απο τότε και πέρα όλοι είχαν γίδια και πρόβατα στο χωριό
Τι άλλο έχεις να μου πείς για τότε;
Μπορεί να είμασταν φτωχοί αλλά το χωριό ήταν γενικά αγαπημένο. βοηθιόμασταν τότε πολύ .Στα πρόβατα στο χωράφι ,στο θέρο. Που σήμερα αυτά. Διαόλεψε ο κόσμος.Μπορεί να θερίζαμε με δρεπάνια και αλωνίζαμε με τα βόδια και τα μπλάρια(μουλάρια) αλλά δεν είχαμε άγχος. Όλοι ήμασταν στην ίδια μοίρα. Σήμερα όλος ο κόσμος να φτιάξει αυτό να φτιάξει το άλλο, να πάρει αμάξι, αυτός έχει λεφτά, αυτός έχει εκείνο ,το άλλο. Τέτοια δεν είχαμε τότε. Πιο ξένοιαστα χρόνια παρόλο που υπήρχε φτώχια.
Πες μου κάτι για τη ζωή σου, πως τα περνάγατε τότε.
Τιράννια.(γελάει)Με παλιόρουχα, παλιοπουκάμισα και τσαρόυχια-παλιοπάπουτσα στα πόδια. Νηστικοί ήμασταν ολοένα. Το 1947-48 μέναμε στη Δεσκάτη.Μια μέρα που πήγα στο χωριό με πήραν οι αντάρτες. Με πήραν με το ζόρι.Ήμουν τότε 15 χρονών.Με πήραν 15 μέρες αντάρτη.Θυμάμαι όταν μας πήραν περπατούσαμε 10 μέρες νηστικοί.Την ημέρα λουφάζαμε και τη νύχτα περπατούσαμε γιατί φοβόμασταν το στρατό .Ήμασταν περίπου 1700 άτομα. Φορούσα θυμάμαι καλατσούκια στα πόδια και παλιόρουχα. Άλλοι είχαν παλιοάρβυλα και άλλοι ξυπόλητοι. Μας μάζεψαν από δω,περάσαμε το Μαυρέλι, Λογγά, Κρανιιά, Βουβάλα Κοκκινοπλό και πηγαίναμε για τον Όλυμπο .Εκεί θυμάμαι έγινε μεγάλη μάχη,χαμός. Σκοτώθηκαν πολλοί και από τους αντάρτες και από το στρατό. Εγω με ένα παιδί από το Φωτεινό φυγαμε για να γλυτώσουμε και τα καταφέραμε.Βρέθηκα στην Ελασσόνα. Μια φάλαγγα με στρατό με πήρε και με πήγε στη Δεσκάτη.Οι μαδίτες έμαθαν ότι με πήραν ανταρτη.Αλλά έδωσαν καλές συστάσεις από το χωριό και με άφησαν και έφυγα. Το 1952 πήγα φαντάρος.στο Χαϊδάρι στο ΚΕΒΟΠ. Ήμουν σταμπαρισμένος για κομμουνιστής αλλά δεν με πήραξαν. Στο αντάρτικο σκοτώθηκαν 2 αδέρφια μου από το στρατό. Πονάει η καρδιά μου.Μετά από το στρατιωτικό έπισα ρίζα πάλι γελάδες.Είχα χάσει μια παλιομούσκα στην Παρασκευή. Την βρήκα και έπιασα ρίζα πάλι. Θυμάμαι ότι οσους δεν ήταν αντάρτες τους έδωσε ο στρατός από 20 πρόβατα και 1 γελάδα. Εγώ δεν πήρα τίποτα.
Μπαρμπα Νάκα ξέρω ότι σου αρέσει να επεξεργάζεσαι το ξύλο.
Ναι. Ο πατέρας μου με είχε μάθει. Έφτιαχνα αλέτρια,στεφάνια για τα κουδούνια των προβάτων ,κόπανους, δρεμάτια , κοφοτήλια, στλιάρια για τσεκούρια,σκιπάρια. Το δρεμάτι το έφτιαχνα από δέρμα προβάτου και γίδας. Για στόμιο έφτιαχνα ένα κανουλάκι από ξύλο. Κοφοτήλι το έλεγαν.
Σε ευχαριστώ πάρα πολύ μπαρμπα Νάκα και να' σαι πάντα γερός και κεφάτος













