ΕίσοδοςΕγγραφή
gilofos.mylivepage.com
 
Επιστροφή στην αρχικήgilofos.mylivepage.com / ΑΡΧΙΚΗ / ΤΑ ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΓΗΛΟΦΟΥ ΔΕΣΚΑΤΗΣ / ΤΑ ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΓΗΛΟΦΟΥ

ΤΑ ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΓΗΛΟΦΟΥ

0.00 (0)

ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΓΗΛΟΦΟ ΤΗΣ ΔΕΣΚΑΤΗΣ

Τα έθιμα των αρραβώνων και του γάμου που παρουσιάζονται εδώ έχουν καταγραφεί από τον δάσκαλο Βασίλη Μπούσιο το 1977 όταν υπηρετούσε στο χωριό ως δάσκαλος και είχε καταγράψει με πολύ μεράκι τα έθιμα του χωριού μας. Τον ευχαριστούμε πάρα πολύ.

ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΑΡΡΑΒΩΝΑ Όταν ένας νέος ήταν σε ηλικία για παντρειά ο πατέρας-του έστελνε προξενητή στον πατέρα της υποψήφιας νύφης του, για να ζητήσει την κόρη του για γυναίκα του γιού του. Εάν εκείνος δεχόταν, ο προξενητής έφερ¬νε την είδηση στο σπίτι του νέου και ξεκινούσαν από κει, καβάλα στα άλογα, οι γονείς του, τα αδέρφια του και οι πιο στενοί συγγενείς του, για το σπίτι της νύφης. Φτάνοντας εκεί έλεγαν:

- Ιμείς ήρθαμι να ζητήσουμι του κουρίτσ". Έχ'τι ιφχαρίστησ' να μας του δώστι; Ήρθαμι να κλείσουμι. Εάν δέχονταν, έφερναν ένα ταψί που είχε μέσα δύο πιάτα, στα οποία υπήρχε και ένα δαχτυλίδι δεμένο σε άσπρο μαντίλι. Μαζί τους έφερναν και ένα μικρό παιδί, που άλλαζε σταυρωτά τρεις φορές τα πιάτα. Σηκώνονταν ύστερα οι συγγενείς του γαμπρού όρθιοι και ζητούσαν να τους παρουσιά¬σουν τη νύφη. Αυτή ερχόταν και στεκόταν στη μέση του δωματίου και τους καλωσόριζε. Οι συμπέθεροι τότε εύχονταν «να ζήσ'ν». Ακολούθως η νύφη από κει που στεκόταν πήγαινε και φιλούσε το χέρι του πατέρα-της και κείνος της ευχόταν και της πρόσφερε χρήματα. Στη συνέχεια φιλούσε και το χέρι των πεθερικών-της. Η πεθερά δώριζε στη νύφη γκιουλντάν ή ντι-μπλιόν (περιδέραιο) και τσίπα με φλιόγκια. Με τη σειρά η νύφη φιλούσε τα χέρια όλων των παριστάμενων και τελευταία το χέρι του γαμπρού. Εκείνος της πρόσφερε το αριστερό χέρι για φίλημα και κείνη δεν το φιλούσε. Ύστερα, όμως, από πολλά πειράγματα της έδινε το δεξί χέρι και την κερνούσε χρήματα. Σαν τελείωναν όλα αυτά, η νύφη πρόσφερνε σε όλους τσίπουρο και γλυκό και σε λίγο έστρωναν το τραπέζι. Έτρωγαν, έπιναν και τραγουδού¬σαν: Φίλοι μ' καλουσουρίσατι / Ρουιδούλα - Ρουιδούλα. Δεν ήρθαμι για φάι γι πχιεί / ουδί βαρύ σουμπέτι6 μον' ήρθαμι γι' αγάπη / Ρουιδούλα - Ρουιδούλα. (σουμπέτι = συμπόσιο.)Σε λίγο άρχιζε ο χορός, με πρώτους τους συμπέθερους. Ακολουθούσε η νύφη και οι συμπεθέρες. Ο επόμενος χορός είταν του γαμπρού και της νύφης. Το γλέντι κρατούσε έως το πρωί.

ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΩΝ ΑΡΡΑΒΩΝΩΝ Το πρωί της ημέρας των αρραβώνων ετοίμαζαν τα δώρα. Τα δώρα της νύφης τα τοποθετούσαν σε ψάθινο πανέρι (γαλίκα). Το πιο συνηθισμένο δώρο είταν τα τσιρέπια (μάλλινες κάλτσες με γιρλάντα). Στα δώρα του γα¬μπρού έβαζαν κουφέτα και βασιλικό και στα δώρα των άλλων μόνο βασιλικό. Για όλους είχαν μαξιλάρια και μαντίλια. Στις συνυφάδες και στην πεθερά, εάν φορούσαν γκουργκούλ (επίσημη ενδυμασία), δώριζαν λοφίο.(λοφίο = ύφασμα κεντημένο από τη νύφη για κάλυμμα της κεφαλής.) Όταν η πεθερά δώριζε λοφίο στη νύφη, τότε και η νύφη της αντιχάριζε λοφίο. Καθώς έφευγαν οι συγγενείς του γαμπρού από το σπίτι της νύφης, τους προβοδούσε η μητέρα-της κι αυτοί τραγουδούσαν: Νά 'χα κρασάκι νά 'πινα, νά 'χα κι αρνί ψημένου νά 'χα Μαρία (π.χ.) όμορφη να μας κιρνάει κρασάκι. Μαρία λιανουκρύβουνταν οπίσ' στα κυπαρίσσια. Τα κυπαρίσσια είνταν κουντά κι φάνγκι η Μαρία κι φάνγκι του γκιουρντάνι-της του χρυσουκιντημένου κι φάνγκαν στα σγουρά μαλλιά τ' αρχουντικά πλιξίδια. Μαρία μ' ποιος σι τό 'φιρι γκιουρντάνι κιντημένου; Η πιθιρά μ' μι τό 'φιρι κι η δόλια η αντραδέρφη. Σαν στό 'φρι η πιθιρά, μι γεια να του φουρέσεις.Η πεθερά αποχαιρετώντας τη νύφη-της, καθώς έφευγε από το σπίτι-της μετά τους αρραβώνες, τραγουδούσε:


Πού 'σουν πιριστιρούλα-μου τόσου γκιρό χαμένη; Είμαν στους κάμπους κι έβουσκα, στα πλάια γκιζιρούσα, κι τώρα του χινόπουρου, κατά τουν Αϊ-Δημήτρη πήγα να μάσου κάστανα μι τ' άλλα τα κουρίτσια κι οι κλέφτις μας αγνάντιβαν απού ψηλή ραχούλα. Κουρίτσια κασταναώτικα ιλάτι παραπόνου έχου δυο λόια να σας πω, τρία να σας ρουτήσου: αν είνι κλέφτις στόι βουνό, αν είνι κι Αρβανίτις. Ιμείς, μπάρμπα μ', δε γκζέρουμι αν είνι κι αν δεν είνι. Ιμείς τη νύχτα φεύγουμι, ιμείς τη νύχτα πάμι.

Β' ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ Η μέρα του γάμου κανονιζόταν ύστερα από συνεννόηση των συμπεθέ-ρων. Λίγες μέρες νωρίτερα κατέβαιναν στη Δεσκάτη για να κάνουν τα ψώνια του γάμου. Το νυφικό είχε, συνήθως, κόκκινο χρώμα και άλλοτε πράσινο, καφέ ή μπλε. Το αγόραζαν σε ύφασμα και το έραβαν σε ράφτη. Πάνω από το νυφικό φόρεμα η νύφη φορούσε ντουλαμά ή σιγκούνι. Οι προετοιμασίες για το γάμο άρχιζαν από το βράδυ της Τετάρτης, που «έπιαναν του προυζύμ'». Τη βραδιά αυτή έριχναν και ντουφεκιές, σημάδι πως άρχιζε ο γάμος. Στα σπίτια των μελλόνυμφων μαζεύονταν κορίτσια και μικρά αγόρια για το ζύμωμα. Δίπλα στο σκαφίδι τοποθετούσαν μία κατσαρόλα με νερό και βασιλικό κι ακόμα τα λουριά των βοδιών και το υνί, για να είναι η νύφη σιδερένια. Ένα αγοράκι, με τους γονείς-του στη ζωή, κοσκίνιζε το αλεύρι κι ένα κορίτσι το ζύμωνε. Όσο κρατούσε το κοσκίνασμα και το ζύμωμα τραγουδούσαν: Άγουρους κουσκινά μι αδέρφια μι ξαδέρφια κουράσιου του ζυμών* μι θειες κι μι μπαρμπάδις. μι μάνα μι πατέραΤην Πέμπτη ζύμωναν την «κλούρα» για το κάλεσμα της νύφης. Η κουλούρα είταν στρόγγυλο ψωμί με κεντίδια. Στη μέση τοποθετούσαν βα¬σιλικό, κόκκινα και άσπρα μαλλιά και ένα ασημικό, που το είχαν περασμέ¬νο σε ένα σχοινί και το έβαζαν πάνω στο βασιλικό. Στο ζύμωμα τραγου¬δούσαν: Του κυρ-γαμπρού η μάνα / τι ψηλά να κουμπουμένη χαμπηλά θηλυκουμένη Ανεβαίνει, κατεβαίνει / κι τουν ήλιου παραγγέλνει - Κάτσι, ήλι, μη βασιλεύεις 'κόμα τούτη τη βδουμάδα όσου να σώσου τα χουσμέτια (= δουλειές), τα χουσμέτια που του γάμου. Ι Ζίντρους κάνει τη χαρά Όλις κινούσαν κι έρχουνταν μουρέ ντιληπαπά όλις οι μαυρουμάτις χαρά στουν αδιρφό-του όλις μι την αράδα, μουρέ ντιληπαπά. μουρέ ντιληπαπά.Το απόγεμα της Παρασκευής, ο αδερφός του γαμπρού (ή ο πρωτοξά-δερφός-του, όταν δεν είχε αδερφό) πήγαινε την «κ'λούρα» στο σπίτι της νύφης. Πήγαινε καβάλα σε μουλάρι, αρματωμένος, δηλ. φορώντας τα καλά--του. Στη ράχη του μουλαριού έστρωναν κουβέρτα και μαξιλάρι και στη χαίτη-του έδεναν κορδέλες. Την κουλούρα την είχαν τοποθετημένη σε μι¬κρό κανίστρι. Καθώς ξεκινούσε ο «κ'λουράς» για το σπίτι της νύφης, έριχναν μία τουφεκιά, σημάδι πως ξεκίνησε. Στο σπίτι της νύφης, τον υποδέχονταν οι συμπέθεροι, ρίχνοντας και κείνοι δύο τουφεκιές, σημάδι πως έφτασε. Κα¬τέβαινε ο «κ'λουράς» από το μουλάρι και αφού τον οδηγούσαν μέσα στο σπίτι κάθονταν όλοι γύρω στο σοφρά (στρόγγυλο χαμηλό τραπέζι). Στη μέση αυτού του τραπεζιού, ο κλουράς τοποθετούσε την κουλούρα και την έκοβε με το μαχαίρι στα τέσσερα. Ύστερα την έβαζε στο κεφάλι-του και πηδούσε τρεις φορές λέγοντας: «να ζήσ' η νύφ' κι ι γαμπρός». Αμέσως μετά έσπαζε την κουλούρα στα 4 κομμάτια που την είχε κόψει προηγουμέ¬νως, την έβαζε στο τραπέζι και έλεγε: - Τώρα ζητάου τ νύφ'.Έφερναν τη νύφη κι αυτή τον καλωσόριζε και του φιλούσε το χέρι, ενώ αυτός της πρόσφερνε χρήματα. Του πρόσφερναν ύστερα γλυκό, τσιγά¬ρο και τσίπουρο και έστρωναν το τραπέζι κι έτρωγαν όλοι μαζί. Μόνο η νύφη στεκόταν ορθή. Τελειώνοντας το φαγητό, η μητέρα της νύφης ετοί¬μαζε την κανΐστρα. Στην ίδια δηλ. κανίστρα του «κ'λουρά» έβαζαν τη δι-κή-τους κουλούρα, που είταν ίδια με την άλλη, κι ακόμα έβαζαν τσιρέπια για τον «κ'λουρά» και για το γαμπρό. Τον «κ'λουρά», φεύγοντας, τον προ-βοδούσε η μητέρα της νύφης. Φτάνοντας στο σπίτι του γαμπρού, επαναλαμ-βανόταν η σκηνή με την κουλούρα στο σπίτι της νύφης. Το Σάββατο η νύφη έδειχνε τα προικιά-της. Οι επισκέπτες έριχναν στα προικιά ρύζι για να ριζώσουν. Τη μέρα αυτή ζύμωναν, μαγείρευαν, έτρωγαν και χόρευαν. Το γλέντι κρατούσε έως το πρωί της Κυριακής. Το βράδι του Σαββάτου, ο γαμπρός έπαιρνε τα μπρατίμια-του και πήγαινε με τα όργανα στο σπίτι του νουνού-του. Εκεί τους δέχονταν και τους κερνούσαν γλυκό και πιοτό. Αφού χόρευαν για λίγο (ο νουνός κρατού¬σε το γαμπρό και πίσω-του ακολουθούσαν οι άλλοι) έφευγαν χορεύοντας για το σπίτι του γαμπρού. Εκεί τους υποδέχονταν οι συγγενείς του γαμπρού τραγουδώντας και χορεύοντας: Νούνους κι νούνους έρχιτι μ ιξήντα παλικάρια. Κέρνα-τους, μάνα, κέρνα-τους... Οδηγούσαν στο σπίτι το νουνό και τον κερνούσαν. Μετά το κέρασμα του νουνού, ακολουθούσε το λούσιμο του γαμπρού, με νερό στο οποίο εί¬χαν βάλει βασιλικό. Καθώς τον έλουζαν, τραγουδούσαν: Του χέρι που τουν έλουζι Όσα γιλέκα στα τσιαρσιά ( αγορά) βαστά κουμμάτι μάλαμα. όλα ι γαμπρός τα διάλιγι Πέτρα μ για βγάλι του νιρό κι κάνα δεν τουν άριζι. να λούσουμι του νιόγαμπρου. Μούγκ' η νύφ' τουν άριζι...Κατόπι τον έπαιρνε παράμερα ο νουνός να τον ξυρίσει «για το καλό», και στη συνέχεια τον φορούσαν καινούργια ρούχα. Τα ρούχα αυτά τα είχε φυλαγμένα η μητέρα-του σε κόσκινο ή σε σακί, μαζί με ένα ξύλινο χτένι του αργαλειού, για να περνά στη ζωή του καλά. Η φορεσιά του γαμπρού είταν: σιγκούνι, άσπρες κάλτσες, μάλλινο παλτό και τσιάμ'κα (τσιάμικα, παπούτσια με φούντες). Τα ρούχα του τα φορούσαν τα μπρατίμια. Σαν τον έντυναν, τον σήκωναν ψηλά τρεις φορές τραγουδώντας: Ι γαμπρός απ' τη χαρά-του για να φτάσει την πιρδίκα ώς τουν ουρανό μπηδά κι την άγρια πιριστέρα. Ύστερα από όλα αυτά, ξεκινούσαν καβάλα στα άλογα για το σπίτι της νύφης. Για να ανεβεί ο γαμπρός στο άλογό-του πατούσε πάνω σε ένα «κουβέλι» (κουβέλι = ξύλινο δοχείο για το μέτρημα των δημητριακών). πάνω στο οποίο είταν τοποθετημένο ένα υνί. Το άλογο του γα¬μπρού είταν αρματωμένο. Η πατανία και το μαξιλάρι, που είχε στη ράχη-του, είταν δώρα της νύφης. Στη χαίτη και στην ουρά-του είχε δεμένα άσπρα και κόκκινα μαλλιά.

Μπροστά πήγαιναν δύο μπρατίμια, πίσω ο νουνός με το φλάμπουρο, και παραπίσω ο γαμπρός με τους συγγενείς-του. Το φλάμπουρο είταν ξύλι¬νο κοντάρι, με σταυρό στην κορυφή-του. Στις άκρες του σταυρού είταν καρφωμένα από ένα μήλο που είχαν πάνω-τους καρφωμένα χρήματα. Γύρω στο σταυρό έδεναν βασιλικό με άσπρα και κόκκινα μαλλιά. Στο σπίτι της νύφης έφτανε πρώτος ένας μπράτιμος με την «τσιότρα» (= ξύλινο δοχείο), γεμάτη κρασί. Πάνω στην τσιότρα έδεναν ένα μαντίλι με βασιλικό και με άσπρα και κόκκινα μαλλιά. Τον υποδέχονταν οι συμπέθε-ροι, πίνοντας κρασί από την τσιότρα που τους πρόσφερε. Όταν αυτή άδειαζε, την ξαναγέμιζαν. Τελειώνοντας έδεναν ακόμα ένα μαντίλι και ο μπράτιμος έφευγε για να συναντήσει το γαμπρό και τους συγγενείς-του. Όλοι μαζί τώρα έφταναν στο σπίτι της νύφης τραγουδώντας. Ο γαμπρός, πάνω από το άλογο, έπαιρνε από το φλάμπουρο ένα μήλο και το πετούσε πάνω στη σκεπή του σπιτιού. Κατόπι κατέβαινε και γύρω-του μαζευόταν όλο το συγγενολόι της νύφης. Ο πεθερός-του τον κερνούσε κρασί με ένα ποτήρι κι εκείνος έπινε τρεις γουλιές. Το ποτήρι το πετούσε ύστερα στον αέρα και όποιος το έπιανε το φύλαγε. Στη συνέχεια ο πεθερός τον φορού¬σε ένα κασκόλ και του έδινε ένα δυνατό χαστούκι. Ακολουθούσε φίλημα από την πεθερά και από όλο το συγγενολόι. Ένα μικρό παιδί, από τους συγγενείς της νύφης, κερνούσε το γαμπρό χρήματα κι αυτός του φιλούσε το χέρι. Ύστερα από όλα αυτά έμπαιναν όλοι μέσα στο σπίτι. Ο γαμπρός με τα μπρατίμια πήγαιναν σε ξεχωριστό δωμάτιο. Εκεί τους πρόσφερναν ποτό, και τους έβαζαν να φάνε. Ο γαμπρός έκανε νάζια και δεν ήθελε να φάει, μήπως - τάχα - τον δηλητηριάσουν. Γιαυτό φώναζαν την πεθερά, που δοκί¬μαζε το φαγητό, ώστε να διασκεδάσει τους φόβους του γαμπρού-της. Αμέ¬σως μετά βουτούσε μία μπουκιά ψωμί σε μέλι και την έδινε στο γαμπρό για να τον γλυκάνει. Αυτό γινόταν για τρεις φορές και μετά ο γαμπρός συ¬νέχιζε το φαγητό μόνος-του. Τελειώνοντας έδινε το πιάτο, το πιρούνι και το κουτάλι, σε έναν από τους μπράτιμους για να του το φυλάξει και να τρώει στην υπόλοιπη ζωή-του. Σε λίγο άρχιζε ο χορός. Στο δωμάτιο με τους συμπέθερους έφερναν και τη νύφη. Την Κυριακή το πρωί η νύφη ντυνόταν και στολιζόταν και περίμενε το γαμπρό. Φορούσε δηλ. το νυφικό-της και ύστερα φώναζαν το μπράτιμο. Το κεφάλι-της το τύλιγε με μία άσπρη τσίπα για να μη τη δει ο μπράτιμος. Κι ενώ εκείνος προσπαθούσε να την «ποδέσει» (= να τη φορέσει τα ποδή-ματα) οι φιλενάδες-της τραγουδούσαν: Για πόδισέ-μι μπράτιμι μι τα χρυσά κουρδέλια κι τη χρυσή σκιπίτσα...Η νύφη πιάνοντας τα χέρια-της και σηκώνοντάς-τα ψηλά έκανε κύ¬κλο γύρω από τον εαυτό-της και καθόταν. Ο μπράτιμος έπαιρνε τα παπού¬τσια και το πέπλο και πηδούσε τρεις φορές λέγοντας: «να ζήσ' η νύφ' κ' ι γαμπρός». Οι φιλενάδες της νύφης του έλεγαν: «μι γεια». Αμέσως μετά, έπαιρνε το δεξί παπούτσι και της το φορούσε, ενώ η νύφη τον έφερνε εμπόδια για να μην μπορέσει να της το φορέσει. Οι φιλενάδες της νύφης έλεγαν στο μπράτιμο να βάλει χρήματα μέσα στο παπούτσι για να χωρέσει στο πόδι-της. Εάν τα χρήματα δεν είταν αρκετά, η νύφη εμπόδιζε με τα δά¬χτυλα του ποδιού-της να μπει το παπούτσι. Τα ίδια γίνονταν και με το αρι¬στερό παπούτσι. Μετά το φόρεμα των παπουτσιών της φορούσε τη σκέπη-της. Η νύφη φιλούσε το χέρι-του και του πρόσφερε κουφέτα και στραγάλια. Οι κοπέ¬λες τραγουδούσαν: πάτα, νύφ', μι του διξί μι του διξί, μι του ζιρβί...Σε λίγο φώναζαν τον πατέρα της νύφης, στον οποίο η νύφη έδινε το δεξί-της παπούτσι. Εκείνος έπαιρνε κρασί και της έπλυνε τα χέρια κι αυτή έπαιρνε παπούτσι από αυτόν και το φορούσε μόνη-της. Μετά ερχόταν η μητέρα-της και ενώ η νύφη φιλούσε τα χέρια των γονιών-της, οι παριστά¬μενοι τραγουδούσαν: Χιρέτα τουν πατέρα-σου χρυσιά μηλιά, χρυσιά ρουδιά, χιρέτα κι τη μάνα-σου χρυσιά μηλιά, χρυσιά ρουδιά... Μετά τον αποχαιρετισμό έβγαινε η νύφη στην αυλή, με όλο το συγγε-νολόι-της και χόρευε το παρακάτω τραγούδι: Πέρα στουν πέρα μαχαλά σαν την πάπια στα λιβάδια, στουν πέρα κι στουν δώθι, Ικεί παντρεύουν μια ξανθή πιρπατάς ανάρια - 'νάρια ξανθή κι μαυρομάτα.Σταματούσε ο χορός κι ο πατέρας του γαμπρού κερνούσε τη νύφη χρήματα. Έπαιρνε κι ένα ποτήρι με κρασί και της έδινε να πιει τρεις φο¬ρές. (Το ποτήρι αυτό η νύφη το πετούσε στον αέρα και το έπιανε ένας από τους στενούς συγγενείς-της. Το τύλιγε σε ένα μαντίλι και το έφερνε μαζί-του στην εκκλησία, όπου το έσπαζαν στα στέφανα, τη στιγμή που ο παπάς ψέλνει το «Ησαΐα χόρευε». Τότε το έσπαζε με το πόδι-του ο γαμπρός και τα κομμάτια-του τα τύλιγαν σε μαντήλι. Στο τέλος της τελετής του γάμου, τα σπασμένα γυαλιά τα έβαζαν στο μπαούλο της νύφης). Πίνοντας, λοιπόν, το κρασί η νύφη, έκαμνε το σταυρό-της και ξεκι¬νούσαν για την εκκλησία. Μπροστά πήγαινε η νύφη με το δικό-της συγγε¬νολόι, και πίσω ο γαμπρός με το δικό-του. Μπροστά από όλους πήγαιναν τα όργανα με το νουνό και τα μπρατίμια με το φλάμπουρο. Πλησιάζοντας στην εκκλησία τραγουδούσαν: Νικκλησίτσα φουντουτή. να διχτείς κι αυτή τη νια. φουντουτή, κλουναρουτή, Είνι νια κι αντρέπιτι πως αδέχεις τα κιριά είνι νιος κι χαίριτι.

Στην εκκλησία περίμενε ο πεθερός-της, που έφευγε πριν από όλους. Προχωρούσε προς το μέρος-της και την κερνούσε. Η νύφη έσκυβε και φι¬λούσε ένα παιδάκι, από τους συγγενείς του γαμπρού, και το δώριζε τσιρέ-πια (= μάλλινες κάλτσες) κουφέτα και στραγάλια, ενώ αυτό της κερνούσε χρήματα. Τσιρέπια δώριζε η νύφη και στον πεθερό-της. Εάν η νύφη έφτανε στην εκκλησία καβάλα σε άλογο, τότε ο πεθερός-της την κατέβαζε από το άλογο, την έπαιρνε στον ώμο-του και την έφερνε στα σκαλοπάτια της εκκλησίας. Φτάνοντας ο γαμπρός με τους συγγενείς-του έμπαιναν στην εκκλησία και γίνονταν τα στέφανα. Στην εκκλησία, όμως, δεν έμπαινε όλος ο κόσμος, παρά μόνο οι συγ¬γενείς, διότι φοβούνταν από μάγια. Για κάθε ενδεχόμενο, η νύφη με το γα¬μπρό είχαν στις τσέπες-τους κόκαλο από σκύλο. Φτάνοντας στην εκκλησία έδιναν το κόκαλό-του ο καθένας στην αδερφή-του και το κρατούσαν έξω από την εκκλησία. Μετά τα στέφανα έβγαιναν στην πλατεία του χωριού και χόρευαν σε πολλούς κύκλους. Ύστερα ξεκινούσαν για το σπίτι του γαμπρού, όπου τους περίμενε η πεθερά χορεύοντας. Κρατούσε μία στάμνα ή μία κανάτα με κρα¬σί, λίγο άσπρο μαλλί κάτω από τη μασκάλη-της κι ένα καρβέλι ψωμί. Όταν έφτανε η νύφη προσκυνούσε την πεθερά-της και κείνη της έδινε το μαλλί, το ψωμί και την κανάτα με το κρασί. Πίσω από τη νύφη στεκόταν ο νουνός, στον οποίο η πεθερά πρόσφερνε ένα λουκούμι. Το ίδιο έκανε και στο γαμπρό. Τότε ο γαμπρός χαιρετούσε τη νύφη και της έβαζε στο στόμα λουκούμι και μία χρυσή λίρα. Στην πόρτα του σπιτιού είταν τοποθετημένα από πριν ένα υνί και ένα «γ'δομαλλίσιο» (= από γιδόμαλλο) σκέπασμα. Καθώς έμπαινε η νύφη στο καινούργιο σπιτικό-της, οι άλλοι τραγου¬δούσαν: Έμπα, έμπα σειρ'νουπούλα (= σειρή¬ να) να θιρίζεις, ν' αλουνίζεις μές στου σταυραϊτού του σπίτι κι να μαξουκουβαλίσεις(μαξούλι=σοδειά) ουδιαυτού (στο ίδιο μέρος)σπίτ' να φκιάσεις κι ουδιαυτού να ξιπιδιάσεις.(τελειωμα της γέννησης παιδιούΜετά τα απαραίτητα κεράσματα, ακολουθούσε χορός έως το πρωί της Δευτέρας. Η νύφη τους έφεγγε με τη γκαζόλαμπα. Τη Δευτέρα η νύφη με τα μπρατίμια τίναζαν την αρμάτα-της (= προικιά). Το βράδι της Δευτέρας κοιμόταν με την πεθερά-της και όχι με τον άντρα-της. Με αυτόν κοιμόταν το βράδι της Τρίτης. Στο κρεβάτι-τους η πεθερά φρόντιζε να βάλει κάτω από το στρώμα-τους ένα ψαλίδι για να μη τους πιάνουν τα μάγια. Μία βδομάδα μετά το γάμο, οι νιονυμφοι με τους γονείς και τα αδέρ¬φια του γαμπρού πήγαιναν στη μητέρα της νύφης για να τους φιλέψει. Πήγαιναν δηλαδή «να τ'ς γυρίσ'ν π'στροφια».'



Σχόλια: 0 Εμφανίσεις: 1535 [Ιστορικό τροποποιήσεων] Μέγεθος:30261 bytes
Τελευταία αλλαγή έγινε από: gilofos 1200 μέρες πριν 26.10.2008 01:11:06
Δημοσιεύτηκε απόΚείμενο

Εισάγετε τον κωδικό από την εικόνα 
Το όνομά σας 
E-mail 
(ορατό μόνο στον ιδιοκτήτη του ιστοχώρου)
WWW 

Θέμα

Στο κείμενο μπορείτε να χρησιμοποιείτε Wiki ή HTML tags.





Ποιοί είναι εδώ;
Ανώνυμοι: 5, Εγγεγραμμένοι: 0 (?)
Κατάχρηση | Design by Wolf | © Kolobok smiles, Aiwan