«Το δημοτικό τραγούδι είναι το καθρέφτισμα της ψυχής του λαού μας. Είναι η ευαισθησία του απλού ανθρώπου, που εκφράζεται με λόγια και μουσική, που βγαίνουν μέσα από την καρδιά του. Είναι ιριδισμοί αισθημάτων και αισθήσεων, μουσική πανδαισία, είναι ομορφιά, ποιότητα.
Το δημοτικό τραγούδι, είναι τα ψηλά βουνά, τα σκιερά δάση και τα δροσερά ποτάμια της Πατρίδας μας, όπου με τρυφεράδα τα στοιχεία της φύσης μπλέκονται με τα ανθρώπινα συναισθήματα και γίνονται έρωτας, αγάπη, θυμός, πολεμικός παιάνας, θρήνος, πίκρα, νανούρισμα, λαχτάρισμα. Το δημοτικό τραγούδι είναι λεβεντιά, ντομπροσύνη, μπέσα, παλικαριά, που με τη συνοδεία του κλαρίνου και του λαούτου οδηγεί το κορμί σε ρυθμό αρχέγονου χορού, όπου το μυαλό εκστασιάζεται και ξετυλίγονται τα όνειρα σα δροσερό ποτάμι σε άνυδρη πεδιάδα. Το δημοτικό τραγούδι, έφερνε τα βήματα των συγχωριανών μας στο Τσάμικο, στο Συρτό, στον Καλαματιανό, την ημέρα της Λαμπρής στα προαύλια των εκκλησιών και ξωκλησιών, στα λαϊκά πανηγύρια, στα γλέντια των γάμων και των βαφτησιών, στις εκδηλώσεις των εθνικών και τοπικών επετείων. Με το τραγούδι "καρτέραγαν", πάντρευαν και ξεπροβόδιζαν τους αγαπημένους τους, βάφτιζαν τα παιδιά τους, γιόρταζαν και γλεντούσαν. Και μαζί του συχνά πολεμούσαν...»
Το βασικό ερώτημα που γεννάται σ' ένα μελετητή της Δημοτικής Μουσικής είναι ακριβώς η ετυμολογία και η ερμηνεία του όρου.Στο "Διεθνές Συνέδριο για τη Μουσική του Λαού" που έγινε το 1955 στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας δόθηκε ο εξής ορισμός: "Δημοτική μουσική είναι το προϊόν μιας μουσικής παράδοσης που εξελίχθηκε μέσα από προφορικές διαδικασίες".Οι παράγοντες που συνιστούν αυτή την παράδοση είναι:
α) η αδιάκοπη συνέχεια που ενώνει το παρόν με το παρελθόν.
β) Οι παραλλαγές που ξεπηδούν από τη δημιουργική φαντασία του ατόμου ή της ομάδας.
γ) Η επιλογή από την ομάδα, που καθορίζει τον τύπο ή τους τύπους της μουσικής που επιβιώνει.
Ο όρος μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τη μουσική εκείνη που συντέθηκε από κάποιο επώνυμο δημιουργό και στη συνέχεια πέρασε στην άγραφη ζωντανή παράδοση της κοινότητας.Ο όρος δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για γραπτές λαϊκές συνθέσεις που παραλήφθηκαν από την κοινότητα έτοιμες και παραμένουν αμετάβλητες.Η μουσική αυτή, ως ακριβής ανάπλαση και αναδημιουργία, δεν θεωρείται δημοτική, παρά το γεγονός ότι η κοινότητα δίνει σ' αυτήνδημοτικό χαρακτήρα.
Γίνεται λοιπόν φανερό ότι σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό,η δημοτική μουσική δηλώνει τη μουσική του δήμου, δηλαδή του λαού. Είναι το είδος της μουσικής που δημιουργεί και συντηρεί ο κάθε λαός για να εξυπηρετήσει τις διάφορες ανάγκες του στην κοινωνική και πνευματική ζωή. Ειδικότερα η δημοτική μουσική καλλιεργείται κυρίως σε αγροτοκτηνοτροφικές περιοχές με περιορισμένη επικοινωνία και παραστάσεις από τον υπόλοιπο κόσμο. Ένα άλλο στοιχείο που προκύπτει είναι ότι η δημοτική μουσική εξελίσσεται μέσα από προφορικές διαδικασίες. Είναι δηλαδή άγραφη και δημιουργείται, συντηρείται και μεταδίδεται από γενιά σε γενιά με την προφορική παράδοση. Αυτό σημαίνει ότι οι φορείς της, οι λαϊκοί καλλιτέχνες είναι απλοϊκοί άνθρωποι της υπαίθρου χωρίς μουσική κατάρτιση:και βέβαια γίνεται φανερός ο ρόλος αυτών των ανθρώπων όσον αφορά τη διάδοση και συντήρηση της δημοτικής μουσικής. Ποιος όμως, είναι ο δημιουργός των δημοτικών τραγουδιών;
Από πολλούς εκφράζεται η άποψη ότι "είναι ο λαός". Όμως ο λαός ως σύνολο δεν μπορεί να συνθέσει τραγούδια. Πως λοιπόν δημιουργούνται τα δημοτικά τραγούδια;
Ο γνωστός λαογράφος Νικόλαος Πολίτης είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικός σχετικά με το ερώτημα αυτό. Κατά την άποψη του κάθε δημοτικό τραγούδι στην αρχική του μορφή, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις, είναι προσωπική δημιουργία κάποιου προικισμένου λαϊκού καλλιτέχνη ο οποίος παράλληλα με τη στιχουργική του ικανότητα, διαθέτει ανεπτυγμένο και το μουσικό αίσθημα. Σε μια στιγμή λοιπόν έξαρσης ο καλλιτέχνης αυτός δημιουργεί ένα τραγούδι το οποίο επενδύει με μια μελωδία είτε δικής του έμπνευσης, εφόσον διαθέτει μουσικό ταλέντο, είτε δανεισμένης από κάποιο άλλο γνωστό δημοτικό τραγούδι.
Τα υλικά σύνθεσης του νέου τραγουδιού (φόρμουλες, μέτρο, στιχουργικές μορφές, κλπ) ο πρώτος δημιουργός τα παίρνει από το "εθνικό ταμείο" των παραστάσεων, των γνώσεων και των εμπειριών. Έτσι το νέο τραγούδι δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια ανασύνθεση γνωστών στοιχείων τα οποία διασκευάζει και εμπλουτίζει στο βαθμό που του επιτρέπουν οι πνευματικές δυνάμεις του.
Κατά τη δημόσια εκτέλεση του τραγουδιού, κάποιος από το ακροατήριο, που αισθάνεται ότι το τραγούδι εκφράζει και τα δικά του συναισθήματα, το απομνημονεύει και το επαναλαμβάνει όπως ακριβώς είναι ή κάνοντας μικρές μόνο αλλαγές. Με τον καιρό το όνομα του πρώτου δημιουργού, ο οποίος συνέθεσε το τραγούδι όχι για την προσωπική του προβολή αλλά απλώς και μόνο για να εκφράσει τα ψυχικά του μεταδιδόμενο από στόμα σε στόμα, αρχίζει να κυκλοφορεί ελεύθερα και γίνεται κοινό κτήμα. Και περνώντας από μια συνεχή επεξεργασία καταλήγει στην οριστική του μορφή. Αφού λοιπόν έγινε γνωστό το πως παράγεται και διαδίδεται ένα δημοτικό τραγούδι, το άλλο πρόβλημα που χρειάζεται ν' αντιμετωπιστεί είναι ο προσδιορισμός των αρχών του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού. Υπάρχουν βέβαια μερικά τραγούδια όπως τα ιστορικά, που παρέχουν βάσιμες ενδείξεις για τον τόπο και το χρόνο δημιουργίας τους. Για τα περισσότερα τραγούδια όμως κάθε προσπάθεια χρονολόγησης τους είναι πάρα πολύ δύσκολη.
Το θέμα αυτό απασχόλησε τον πρώτο εκδότη ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, το γάλλο φιλέλληνα Κλαύδιο - Κάρολο Φωριέλ. Στις αρχές του περασμένου αιώνα ο Φωριέλ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα τραγούδια της συλλογής του ανήκουν στα τέλη του 16ου και αρχές του 17ου αιώνα.
Από την παρατήρηση ότι αρκετά δημοτικά τραγούδια βρίσκονται συγχωνευμένα σε μυθιστορήματα της υστεροβυζαντινής περιόδου, μεταθέτει τις αρχές της Ελληνικής δημοτικής ποίησης στον 11ο αιώνα και έπειτα στον 8ο αιώνα όπου για πρώτη φορά αναφέρονται οι λέξεις "τραγούδι" και "τραγουδώ" με τη σημερινή τους έννοια και καταλήγει λέγοντας ότι:
"εκείνο για το οποίο είμαι πεπεισμένος και θα ήθελα να μπορούσα ν' αποδείξω είναι ότι η δημοτική ποίηση της σύγχρονης Ελλάδας δεν δημιουργήθηκε, ούτε κατά τη σημερινή εποχή, ούτε κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη εποχή κατά την οποία θα
μπορούσαμε να τοποθετήσουμε την αρχή της. Αλλά δεν μπορεί παρά να είναι μία συνέχεια, μία εξακολούθηση, μία αργή και βαθμιαία μεταβολή της αρχαίας ποίησης των Ελλήνων".
Η άποψη αυτή του Φωριέλ, αν και ορθή ως προς τις γενικές της αρχές, δεν μπορούσε στην εποχή του να στηριχθεί επαρκώς γιατί το αποδεικτικό υλικό που είχε στη διάθεσή του ήταν περιορισμένο. Από τις έρευνες άλλων σπουδαίων λαογράφων, όπως των Νικ. Πολίτη, Στυλ. Κυριακίδη, Γ. Μέγα,
Γ. Σπυριδάκη, αποδείχθηκε ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν πολλά λαϊκά τραγούδια που συνήθιζαν να τραγουδούν στην εργασία, τις γιορτές και τις κάθε λογής λαϊκές εκδηλώσεις τους. (0 Ιμαίος, το τραγούδι των μυλωνάδων, ο αίλινος, το τραγούδι του αργαλειού, ο ίουλος, το τραγούδι του θέρου, το επιλήνιον, το τραγούδι κατά το πάτημα των σταφυλιών στο ληνόν = πατητήρι, ο βουκολιασμός, το τραγούδι των βοσκών, κλπ).
Από τα τραγούδια αυτά ελάχιστα διασώθηκαν. Επίσης
ως αξιόλογα στοιχεία που αποδεικνύουν τη σχέση με
την αρχαιότητα, ο Στ. Κυριακίδης θεωρεί τα εξής:
1) Τις λέξεις "τραγούδι", "παραλογή" και "καταλόγι". Η λέξη "τραγούδι" προέρχεται από τη λέξη "τραγωδία" η οποία ήδη από τον 10ο αιώνα μ.Χ. είχε λάβει τη σημασία του άσματος (τραγουδιού) ενώ η λέξη "παραλογή" ετυμολογείται πιθανότατα από την "παρακαταλογή" που δήλωνε είδος μελοδραματικής απαγγελίας. Η λέξη "καταλόγι" που σήμερα κατά περιοχές έχει διάφορες σημασίες όπως λ.χ. μοιρολόι, δίστιχο, "παροιμία", προέρχεται από την αρχαία λέξη "καταλογή"(ρήμα = καταλέγω) που σήμαινε αφήγηση, τραγούδι, μελωδική απαγγελία.
2) Τις υποθέσεις μερικών τραγουδιών των οποίων ο πυρήνας θυμίζει αρχαίους μύθους συνηθισμένους στο θέατρο. Έτσι λ.χ. το θέμα του τραγουδιού "0 γυρισμόςτου ξενιτεμένου" που είναι διαδεδομένο στην ποίηση των ευρωπαϊκών λαών, έχει σχέση με το επεισόδιο της αναγνώρισης του Οδυσσέα από την Πηνελόπη.
3) Τη χρησιμοποίηση του δεκαπεντασύλλαβου ιαμβικού στίχου. Επίσης, η μελωδία των δημοτικών τραγουδιών σε πολλές περιπτώσεις παραμένει αμετάβλητη στο πέρασμα του χρόνου, παρ' όλο που τα κείμενα αλλοιώνονται ή δέχονται επιρροές.
Η σύνθεση νέων μελωδιών δεν είναι εύκολη υπόθεση και γι' αυτό ο λαός συντηρεί τις παλιές μελωδίες και τις χρησιμοποιεί σε νέα τραγούδια. Πάνω στη μελωδία λ.χ. του ριζίτικου κρητικού τραγουδιού "0 Διγενής Ψυχομαχεί κι η γης τον ετρομάσσει", τραγουδιούνται περισσότερα από πενήντα ριζίτικα τραγούδια διαφόρων εποχών.
Ωστόσο αυτό δε σημαίνει κατ' ανάγκη ότι όλες οι μελωδίες των δημοτικών τραγουδιών διατηρήθηκαν αμετάβλητες στο πέρασμα των αιώνων, ούτε ότι όλες έχουν αρχαία προέλευση. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι η ανίχνευση των αρχών της ελληνικής δημοτικής μουσικής, παρουσιάζει μεγάλες δυσκολίες και δεν μπορεί αποδειχθεί με βεβαιότητα η σχέση της με την αρχαία και βυζαντινή μουσική. Αλλά η επιμονή με την οποία ο ελληνικός λαός διατήρησε για χιλιάδες χρόνια τη γλώσσα, τα έθιμα και τις δοξασίες του σε συνδυασμό με τις επιστημονικές, λαογραφικές μελέτες, ενισχύουν την άποψη ότι στον πυρήνα της ελληνικής δημοτικής μουσικής επιβιώνουν αρκετά στοιχεία παλαιοτέρων εποχών.
Το δημοτικό τραγούδι, δημιούργημα του λαού μας, είναι ο καθρέφτης της ελληνικής ψυχής και του τρόπου ζωής του. Η καθημερινή ζωή, η αγάπη, το μίσος, η χαρά, ο πόνος, η φύση έγιναν τραγούδι, ακούμπησαν στα χείλη του λαού και από στόμα σε στόμα έφτασαν και μέχρι τις μέρες μας. Πολλοί από μας τα άκουσαν από τη γιαγιά και τον παππού, τα τραγούδησαν, τα χόρεψαν στα πανηγύρια του χωριού, τα διδάχθηκαν στο σχολείο, τα διάβασαν σε ανθολογίες.
Ο Τάσος Σεβαστειάδης γράφει για το δημοτικό τραγούδι
Το Δημοτικό τραγούδι είναι η κυριότερη καλλιτεχνική έκφραση της κοινωνίας της υπαίθρου, μιας κοινωνίας με κλειστή σπιτική οικονομία, που έζησε για πάρα πολλούς αιώνες μέσα στις ίδιες κοινωνικό-οικονομικές συνθήκες. Στην ουσία ενυπάρχουν μέσα του συνδεδεμένα τρία οργανικά στοιχεία. Το πρώτο είναι η λαϊκή ποίηση, το δεύτερο είναι η μουσική και το τρίτο είναι ο χορός.
Ο ποιητικός στίχος του Δημοτικού τραγουδιού είναι εξαιρετικά πλούσιος και νοηματικός και πολλά Δημοτικά τραγούδια αποτελούν μνημεία της λογοτεχνίας μας, καθώς αυτό είναι ανόθευτο, δηλαδή η ξένη επίδραση είναι μικρή και γι ‘ αυτό αποτελεί την πιο αυθεντική έκφραση του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού. Δημιουργός του είναι ο ίδιος ο λαός. Λαϊκοί άνθρωποι με αυξημένη καλλιτεχνική ευαισθησία. Γίνονται ασυνείδητα φορείς της προφορικής ποίησης της Αγροκτηνοτροφικής ομοιογενούς κοινωνίας.
Δεν έχουν συνείδηση προσωπικού δημιουργού μιας και δουλεύουν με παραδοσιακό υλικό που εκφράζει τα αισθήματα και τις αντιλήψεις της κοινότητας. Γι' αυτό κυκλοφορούν τα δημιουργήματά τους ανώνυμα.
Η σύνθεση ενός τραγουδιού μπορεί να συνδέεται με τις καθημερινές ασχολίες ή με συλλογικές εκδηλώσεις. Όταν ένα καινούριο τραγούδι ανταποκρίνεται στο κοινό αίσθημα γίνεται αυτόματα μέρος της προφορικής παράδοσης.
Θα διαδοθεί από στόμα σε στόμα και θα γίνει κοινό κτήμα. Καθώς περνά από μια περιοχή στην άλλη ή από μια γενιά στην άλλη, υφίσταται μια σειρά από μικρές αλλαγές, π.χ. τοπικό γλωσσικό ιδίωμα, τοπικές παραδόσεις, τοπικοί ήρωες, τοπωνύμια, πρόσφατα γεγονότα κτλ., ή αποβολή ακατανόητων εκφράσεων, άστοχων πλεονασμών, παραφορά άγνωστων ονομάτων, ή διόρθωση μετρικών σφαλμάτων. Έτσι μέσα από μια μακροχρόνια επεξεργασία από το στόμα του λαού αποκτούν μια καλλιτεχνική αρτιότητα. Με αυτήν την έννοια τα Δημοτικά τραγούδια είναι δημιουργία ενός συλλογικού υποκειμένου που εκφράζουν την αισθητική, τη βιοθεωρία και την κοσμοαντίληψη της αγροκτηνοτροφικής κοινωνίας της
υπαίθρου στο σύνολό της. Η περιοχή των Γρεβενών και από άποψη όρων (κλειστή σπιτική οικονομία - Αγροκτηνοτροφικός πληθυσμός)αλλά και λόγω του ανάγλυφου της γεωγραφικής της δομής (περικλείεται από τα όρη Μπούρινος, Σινιάτσικο, Καμβούνια, Όντρια, Γράμμος, Σμόλικας και όλη τη Βόρεια Πίνδο), αποτέλεσε έναν γεωγραφικό χώρο που το Δημοτικό τραγούδι αναπτύχθηκε και έγινε τρόπος ζωής. Την περίοδο της Κατοχής από τους ΝΑΖΙ-Γερμανούς και την οργανωμένη Λαϊκή Αντίσταση του λαού της περιοχής, το Δημοτικό Τραγούδι γνώρισε μια νέα άνθηση, μιας και τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα έπαιξαν σημαντικό ρόλο προς αυτήν την κατεύθυνση. Έτσι, το Δημοτικό τραγούδι στην περιοχή των Γρεβενών με τα στοιχεία και το ύφος των συνθηκών που αναπτύχθηκε, του δίνει ένα κάλλος που επιτρέπει σε μας τους Γρεβενιώτες να μιλάμε για το ΓΡΕΒΕΝΙΩΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ. Τα Γρεβενιώτικα Δημοτικά τραγούδια με το τοπικό τους γλωσσικό ιδίωμα είναι τραγούδια ντόπια, γεννήθηκαν στην περιοχή μας, αλλά διαδόθηκαν και σε άλλες περιοχές της χώρας μας. Πολλά Δημοτικά που τραγουδιούνται στον τόπο μας τα έφεραν από άλλες περιοχές οι κατά καιρούς μετανάστες και πρόσφυγες που μπόλιασαν εδώ. Μεγάλη αλληλοεπιρροή είχαμε με το Ηπειρώτικο Δημοτικό Τραγούδι, μιας και τα Γρεβενά ήταν η είσοδος- έξοδος της Ηπείρου για το Κέντρο των τότε εξελίξεων, που ήταν η Κωνσταντινούπολη. Το Γρεβενιώτικο Δημοτικό Τραγούδι (κατά ένα μέρος του) καταγράφηκε από τις εκδόσεις:
- των Αλ. Ζγώνη - Αθ.Ράχου το 1938 : Δημοτικά Τραγούδια Γρεβενών.
- από τη Νομαρχία Γρεβενών το 1970 :
- Ανθολογία Δημοτικών Τραγουδιών της περιοχής Γρεβενών.
- Κώστα Καραπατάκη : Γάμος του παλιού καιρού και άλλα
- βιβλία του εθνικής εμβέλειας λαογράφου των Γρεβενών.
- Κ.Σπανός το 1986 : Δημοτικά Τραγούδια της Δεσκάτης
- Ζαχ.Δρόσου : Τα Τραγούδια της Πασχαλιάς στον Αη-Γιώργη Γρεβενών.
- ΝΕΛΕ Γρεβενών το 1993 : Δημοτικά Τραγούδια Γρεβενών.
- Τα Δημοτικά τραγούδια Γρεβενών καταγράφηκαν
- (περίπου 500 τραγούδια) από όλες τις κατηγορίες σύμφωνα με
- την ταξινόμηση του Ν.Πολίτη, όπως Επικά, Λυρικά, Γάμου,
- Αγάπης, Μοιρολόγια, Σατιρικά κτλ.
Το 1824 ο Γάλλος λόγιος Κλοντ Φοριέλ συγκέντρωσε, ταξινόμησε
και παρουσίασε για πρώτη φορά στο ευρωπαϊκό αναγνωστικό κοινό
ένα σεβαστό αριθμό ελληνικών δημοτικών τραγουδιών σε ένα
μεγαλειώδες έργο με τίτλο Δημοτικά Τραγούδια της Σύγχρονης Ελλάδας.
Σε μια ανανεωμένη έκδοση που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του
σύγχρονου αναγνώστη, το σημαντικό αυτό έργο-περιπλάνηση στον
ανεξάντλητο πλούτο της λαϊκής μας παράδοσης έρχεται να συναντήσει
και πάλι το ελληνικό κοινό, αποδεικνύοντας ότι το δημοτικό τραγούδι
ως ιδέα και ως έκφραση αφορά άμεσα τους Έλληνες κάθε εποχής.
Για το συγγραφέα:
Ο Κλοντ-Σαρλ Φοριέλ γεννήθηκε το 1772 στο Σεν Ετιέν της Γαλλίας
και διακρίθηκε στους πνευματικούς κύκλους της Ευρώπης ως ποιητής
και λόγιος. Το 1830 διορίστηκε καθηγητής των Γλωσσών και της
Λογοτεχνίας της Νότιας Ευρώπης, στη Σορβόνη. Πέθανε το 1844
στο Παρίσι. Σημαντικότερο έργο του, το δίτομο Δημοτικά Τραγούδια της Σύγχρονης Ελλάδας.
Το δημοτικό μας τραγούδι
Για την αξία των δημοτικών μας τραγουδιών έχουν γραφτεί τόσα πολλά και είναι ανώφελο να τα επαναλάβουμε στην παρούσα έρευνα, που πρωταρχικός της στόχος είναι μόνο η καταγραφή τους. Η αξία τους εξάλλου είναι ολοφάνερη αφού, αν και πρωτοειπωμένα στο βάθος του χρόνου, τραγουδιούνται και συγκινούν ακόμα. Η αβίαστη απλότητα με την οποία ο λαός τραγούδησε τα βάσανα και τους καημούς του, η μυθοπλαστική ευχέρεια,η συνεχής εναλλαγή αφήγησης και διαλόγου, ο πλουραλισμός της θεματολογίας και η χρήση της γνήσιας λαϊκής γλώσσας, ανέδειξαν το δημοτικό τραγούδι σε ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά δημιουργήματα του λαού μας. Ο Φωριέλ σημείωνε χαρακτηριστικά από το 1824 "... το ελληνικό έθνος ας αποκτήσει συγγραφείς άξιους να τον διδάξουν κάτι σοβαρό και ωφέλιμο και η νεολληνική των δημοτικών τραγουδιών θα φανεί μια γλώσσα που δεν έχει ναζηλέψει τίποτε από αυτή των αρχαίων...".
Ερευνώντας τα δημοτικά μας τραγούδια αποκαλύπτονται στοιχεία που πολλές φορές προκαλούν και εκπλήσσουν. Ο έρωτας και ο θάνατος απασχολούν και προβληματίζουν τη λαϊκή ψυχή, καλύπτουν μεγάλο μέρος της θεματολογίας των τραγουδιών που αναδεικνύονται σε έργα υψηλής καλλιτεχνικής δημιουργίας. Έτσι διαπιστώνουμε, απλοί άνθρωποι του λαού, με λυρισμό και ευαισθησία να καταπιάνονται με θέματα απαγορευμένα για τα αυστηρά ήθη και τον κοινωνικό έλεγχο της εποχής, όπως είναι οι παράταιροι έρωτες, η παράνομη ερωτική ζωή, οιδιπόδεια συμπλέγματα και άλλα που η απλή αναφορά τους και μόνον έξω από τους στίχους του τραγουδιού ήταν αδιανόητη. Όλα αυτά τα δύσκολα θέματα που προκαλούσαν και πλήγωναν, ο λαός μπόρεσε να τα περάσει μέσα στα τραγούδια του και τραγουδώντας τα να λυτρώνεται, φανερώνοντας συγχρόνως την απόκρυφη και ανεξερεύνητη μεριά της ψυχής του. Μία άλλη σημαντική διαπίστωση είναι η ύπαρξη αναρίθμητων παραλλαγών για κάθε τραγούδι ξεχωριστά. Άποψη μου είναι ότι, δυστυχώς, ο χρόνος καταγραφής των δημοτικών τραγουδιών έχει παρέλθει προ πολλού. Με λίγα λόγια ότι γράφτηκε, γράφτηκε. Ο σύγχρονος συλλέκτης, ευρισκόμενος αντιμέτωπος μ' ένα κυκεώνα παραλλαγών, επηρεασμένων και από σύγχρονα στοιχεία και ακούσματα, δεν μπορεί παρά να βρεθεί σε δύσκολη θέση. Σε ακόμα δυσκολότερη βέβαια θέση θα βρεθεί ο νεότερος μελετητής διαπιστώνοντας σε συλλογές δημοτικών τραγουδιών να περιλαμβάνονται και να βαπτίζονται ως "δημοτικά τραγούδια" σύγχρονοι λαϊκοί στίχοι, ρεμπέτικα ή ακόμα απλοϊκά στιχουργήματα που συναντούμε στα οπισθόφυλλα παλαιών ημερολογίων. Σε σχέση με τα τραγούδια που περιλάβαμε στην πρώτη έκδοση αρκετά παραλείψαμε και περισσότερα προσθέσαμε στην παρούσα συλλογή. Σκοπός μας είναι να παρουσιάσουμε τα ανέκδοτα δημοτικά τραγούδια που τραγουδιόνταν στο χωριό μας, άλλα που η θεματολογία τους προσδιορίζει σαφώς τη νικητιανή προέλευσή τους και δημοτικά τραγούδια άλλων περιοχών που αναφέρονται στη Νικήτη. Έτσι η συλλογή αυτή περιλαμβάνει τριάντα τραγούδια που κατέγραψα από το 1977 μέχρι σήμερα, ένα τραγούδι από τη συλλογή "Τραγούδια της Χαλκιδικής" του Β. Κυπαρίσση (1940), ένα από τη συλλογή του Τρ. Αναγνωστάρα που δημοσιεύθηκε στο 4ο τεύχος των Χρονικών της Χαλκιδικής (1962), πέντε από ανέκδοτη εργασία του Δημητρίου Δημαρά και δύο από την επίσης ανέκδοτη συλλογή της Ελένης Προβατάρη Στη σημερινή, στην τωρινή εποχή, οπότε η σύγχυση και η φυγή, ο εκφυλισμός των αξιών και των αρχών, του πολιτισμού ως συνόλου εξαιτίας της δικής του λαίμαργης προόδου της υψηλής Τεχνολογίας, η συνειδητή μεταβολή προς τα πίσω, προς το παρελθόν είναι η μόνη θετική ή δυνατή αντίδραση, μια απόδειξη αποδοκιμασίας για όσα λέγονται και ακούονται, για όσα στήνονται κρυφά και γίνονται φανερά κατόπιν εορτής ή λέγονται και δε γίνονται, αλλά δικαιολογούνται...
Ακριβώς σε αυτήν την εποχή, τη σύγχρονη, "Το δημοτικό τραγούδι" έχει να δώσει ή καλύτερα να υπενθυμίσει τα ιδανικά, τις αρχές, τις αξίες που όφειλε να μη λησμονεί, να μην τις παρακάμπτει ο σημερνός Ελληνισμός, για να μη φθάνει στο "χείλος του γκρεμού", στην παρακμή.
Το κλαρίνο
Το κλαρίνο, ως λαϊκό μουσικό όργανο, έρχεται στην Ελλάδα απ' την Τουρκία με τους Τουρκόγυφτους, γύρω στα 1835. Πρωτοεμφανίζεται στη βόρεια Ελλάδα, την `Ηπειρο και τη δυτική Μακεδονία, απ' όπου και προχωρεί προς τα κάτω.
Μαζί, αρχικά με το βιολί και το λαούτο και αργότερα και με το σαντούρι, αποτελούν την κομπανία, το κατεξοχήν λαϊκό μουσικό σχήμα πού αντικαθιστά σιγά-σιγά την πατροπαράδοτη ζύγια νταούλι-ζουρνά. Τα κλαρίνα πού χρησιμοποιούν σήμερα οι λαϊκοί οργανοπαίκτες είναι συνήθως σε σιμπεμόλ
( =σι ύφεση) ή λα κυρίως. Στη Θράκη παίζουν με σολ.. Παλιότερα όμως έπαιζαν κλαρίνα με ντο λόγω της έντασης και της οξύτητας του ήχου που έχουν (δυνατά και πρίμα). Την ονομασία αυτή την παίρνουν από την οξύτητα του ήχου (δηλ. ποια νότα ακούμε) όταν στο κλαρίνο παίζουμε το ντο. Το κλαρίνο αποτελεί τον τελευταίο μεγάλο σταθμό στην πορεία της οργανικής μουσικής στα νεοελληνικά αερόφωνα. Στη σημερινή του μορφή είναι εξέλιξη ενός παλαιότερου λαϊκού οργάνου που λεγόταν chalumeau ή zambogne. Ο ήχος παράγεται από μια απλή καλαμένια γλωττίδα (καλάμι) που βρίσκεται στο στόμιο του οργάνου. Πρωταρχικό ρόλο στην τεχνική του κλαρίνου παίζει το φύσημα. Με την ανάλογη πίεση στο καλάμι του επιστόμιου του οργάνου ανεβαίνει ή κατεβαίνει το τονικό ύψος κάθε φθόγγου, ενώ το «γλίστρημα» των φθόγγων (κλισάντο) μπορεί να γίνει και με το φύσημα και με τα δάκτυλα. Την εποχή που πρωτοεμφανίζεται το κλαρίνο, γύρω στα 1835, το δημοτικό τραγούδι έχει κλείσει ουσιαστικά το δημιουργικό του κύκλο. Χάρη στις μεγαλύτερες τεχνικές και εκφραστικές του δυνατότητες σε σύγκριση με το ζουρνά -που σιγά-σιγά τον παραμερίζει- το κλαρίνο παίρνει γρήγορα την πρώτη θέση ανάμεσα στα μελωδικά όργανα. Αναγνωρίζεται ως εθνικό όργανο, και στα χέρια άξιων μουσικών γίνεται το κατεξοχήν εκφραστικό μουσικό όργανο στην ηπειρωτική Ελλάδα. Με το κλαρίνο η δημοτική μελωδία ζει μια νέα λαμπερή περίοδο στον τομέα της οργανικής μουσικής. Γιατί ό,τι κυρίως χαρακτηρίζει το δημοτικό τραγούδι στα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια, δεν είναι ή δημιουργία νέων μελωδιών, αλλά ή επεξεργασία των παλιών. Και στον τομέα αυτόν ο ρόλος του κλαρίνου στάθηκε αποφασιστικός.
Το κλαρίνο αποτελεί έναν από τους αντιπροσωπευτικούς συντελεστές και μαζί φορείς του πνεύματος πού χαρακτηρίζει το δημοτικό τραγούδι στα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια».
ΤΟ ΛΑΟΥΤΟ
Σύντομη περιγραφή : Το λαούτο είναι έγχορδο όργανο και αποτελείται βασικά από ένα μεγάλο αχλαδόσχημο ηχείο που καταλήγει σε ένα μακρύ βραχίονα ο οποίος χωρίζεται με κινητές υποδιαιρέσεις, τους μπερντέδες.
Το ηχείο στην πίσω πλευρά είναι κυρτό φτιαγμένο με λεπτές ξύλινες λωρίδες τις ντούγιες ενώ στην μπροστινή σκεπάζεται από λεπτό ξύλινο καπάκι που στο κέντρο του υπάρχει ένα στρογγυλό άνοιγμα η ροδάντζα συχνά διακοσμημένη με ξύλινο γλυπτό αραβούργημα Πάνω στο καπάκι βρίσκεται κολλημένος ο καβαλάρης , ένα λεπτό κομμάτι από σκληρό ξύλο για τη στήριξη των χορδών από τη μία άκρη, ενώ απ ΄ την άλλη αυτές στηρίζονται στο άκρο του βραχίονα τον καράβολα, εκεί όπου βρίσκονται και τα κλειδιά για το κούρντισμα. ΄Εχει τέσσερα ζευγάρια μεταλλικές χορδές και παίζεται με πένα.
Ονομασία: Όργανα που μοιάζουν με το ελληνικό λαούτο τα συναντάμε στη Δυτική Ευρώπη με τη γενική ονομασία lute(λιούτ) ενώ στην Ελλάδα ανάλογα με την περιοχή είναι γνωστό και ως λαγούτο ή λαβούτο. Την προέλευση της ονομασίας του άλλοι την αποδίδουν στο αραβικό al oud που σημαίνει ξύλο και άλλοι στο κούρδισμα σε λα και ουτ(σημερινό ντο) των δύο διπλών χορδών που είχε παλιότερα .
Ιστορία: Η ιστορία των οργάνων της οικογένειας του λαούτου ξεκινάει από την 3η χιλιετία π.Χ στη Μεσοποταμία. Στον ελλαδικό χώρο το πρώτο όργανο αυτού του τύπου που συναντάμε είναι το αρχαιοελληνικό τρίχορδο, η πανδούρα όπως την έλεγαν . Από την πανδούρα προήλθε ο ταμπουράς και μια παραλλαγή του ταμπουρά που διαμορφώθηκε γύρω στο 17ο αιώνα είναι το ελληνικό λαούτο. Στο λαούτο διατηρήθηκε το μακρύ χέρι με τις κινητές υποδιαιρέσεις που είχε ο ταμπουράς , όμως το μικρό στρογγυλό ηχείο αντικαταστάθηκε από άλλο αχλαδόσχημο και βασικά πολύ μεγαλύτερο με στόχο την αύξηση του όγκου και της έντασης του ήχου.
Είναι πάρα πολλές οι απεικονίσεις μορφών λαούτου σε αγιογραφίες ,τοιχογραφίες, μικρογραφίες και λαϊκές ζωγραφιές. καθώς και οι αναφορές σ΄ αυτό στη λογοτεχνία. και ειδικότερα στην ποίηση και το τραγούδι.
Στο έπος του Διγενή Ακρίτα, τα ακριτικά τραγούδια και τα βυζαντινά χειρόγραφα , στον Ερωτόκριτο του Κορνάρου και φυσικά στο δημοτικό τραγούδι το λαούτο προβάλλεται ως το μουσικό όργανο που είτε μόνο του είτε ως συνοδευτικό της φωνής μπορεί να εκφράσει τα λεπτότερα και ευγενέστερα συναισθήματα του ανθρώπου.
«Ηπαιρνε το λαγούτον του και σιγανά επορπάτει
κι εχτύπαν το γλυκιά γλυκιά ανάδια στο παλάτι ( Ερωτόκριτος 17ος αι.)
Κατασκευή :Το λαούτο όπως και όλα τα παραδοσιακά όργανα φτιαχνόταν και συνεχίζει να φτιάχνεται σε μικρά προσωπικά εργαστήρια πολλές φορές με μακριά οικογενειακή παράδοση εξασφαλίζοντας τη γνώση που πρέπει να συνοδεύει το απαραίτητο μεράκι του κατασκευαστή. Είναι όργανο αρκετά δύσκολο στην κατασκευή του και προέχει η στερεότητά του και η αντοχή του στο σκέβρωμα λόγω των πολύ μεγάλων τάσεων που δέχεται από τις χορδές .Μεγάλη σημασία έχει και η ακρίβεια στις αναλογίες του ώστε όταν τελικά αρματωθεί -τοποθετηθούν δηλαδή οι χορδές- να μπορεί να κουρδιστεί και να παίξει σωστά. Ο περιορισμένος χώρος δεν μας επιτρέπει να αναφερθούμε διεξοδικότερα στον τρόπο κατασκευής του αλλά μπορούμε να πούμε γενικά ότι παίζει μεγάλο ρόλο στην ποιότητα του ήχου και γενικά της κατασκευής το είδος και η ποιότητα των ξύλων από τα οποία κατασκευάζονται τα διάφορα μέρη του, η κόλλα ,τα βερνίκια και φυσικά η ικανότητα του μάστορα. Ανάμεσα στα στάδια της κατασκευής του πρέπει να μεσολαβούν αρκετές μέρες ώστε να στρώνουν τα υλικά και να διορθώνονται προοδευτικά οι ατέλειες. Το χειροποίητο και η δυσκολία της κατασκευής του καθώς και η έλλειψη καλών μαστόρων έκαναν το λαούτο σήμερα εκτός από δυσεύρετο, να είναι και αρκετά ακριβό.
Είδη λαούτου:Το λαούτο το βρίσκουμε σε παραλλαγές στις διάφορες περιοχές του ελλαδικού χώρου που έχουν μεταξύ τους από μικρές έως πολύ σημαντικές διαφορές. Στην Κρήτη το λαούτο είναι πολύ μεγαλύτερο και έχει πιο χαμηλό κούρντισμα για να ταιριάζει με τη λύρα ενώ στην Κων/πολη είναι αρκετά μικρό με εντέρινες (σήμερα νάυλον) χορδές και ξύλινα κλειδιά. Το στεριανό και το νησιώτικο λαούτο μοιάζουν αρκετά και έχουν το ίδιο κούρντισμα.
Τρόπος παιξίματος-τεχνικές δυνατότητες :Το λαούτο κουρντίζεται πάντα κατά πέμπτες:ντο σολ ρε λα από πάνω προς τα κάτω το στεριανό και το νησιώτικο ,σολ ρε λα μι μια τετάρτη πιο χαμηλά το κρητικό. Σήμερα χρησιμοποιείται ως όργανο κυρίως συνοδευτικό, στηρίζοντας ρυθμικά και αρμονικά τα περισσότερα μελωδικά όργανα όπως το κλαρίνο το βιολί τη λύρα κλπ και η μελωδική του παρουσία περιορίζεται σε μικρές μελωδικές απαντήσεις ή μουσικές γέφυρες στα κενά της κύριας μελωδίας παρότι παλαιότερα το χρησιμοποιούσαν και ως μελωδικό. Η δυσκολία της τεχνικής του και η εισβολή και επικράτηση άλλων πιο ηχηρών οργάνων έκανε τους πριμαδόρους λαουτιέρηδες ή να αποσυρθούν ή να προσαρμοστούν στον συνοδευτικό ρόλο. Η αρμονική συνοδεία ενώ παλιότερα ακολουθούσε τους κανόνες του ισοκρατήματος και επέτρεπε συνηχήσεις σύμφωνες με τον τροπικό χαρακτήρα του μονόφωνου βυζαντινού και δημοτικού μέλους ,σήμερα επηρεασμένη από την ευρωπαϊκή μουσική επιτρέπει και συγχορδίες δυτικού τύπου που όταν η χρήση τους φθάνει στην υπερβολή αλλοιώνει εντελώς το χαρακτήρα της παραδοσιακής μουσικής.
Το λαούτο σήμερα :Η δυσκολία που έχει το λαούτο στο παίξιμο και στο κράτημά του, και η ακριβή αγορά του, οδήγησαν σιγά σιγά στην αντικατάστασή του από την ευκολόπαιχτη και φτηνή κιθάρα.<< ...η κιθάρα όμως αλλοιώνει εντελώς το μουσικό ύφος του δημοτικού μέλους. Του προσδίνει με το γλυκερό της ύφος και τη διαφορετική τεχνική της ένα ψευδορρομαντικό ύφος, χαρακτηριστικά άγνωστο στη γνήσια δημοτική μελωδία και το παραδοσιακό παίξιμο του ΄Έλληνα λαϊκού μουσικού . Αν στο λαούτο χρειάζεται προσπάθεια τεχνικά για να παίξει κανείς συγχορδίες δυτικού τύπου η κιθάρα τις επιβάλλει ολοκληρωτικά με αποτέλεσμα τα δημοτικά μας τραγούδια να χάνουν το χρώμα τους και να αποκτούν ύφος ιταλιανίζουσας καντάδας...>> λέει χαρακτηριστικά ο Φοίβος Ανωγειανάκης στο μνημειώδες έργο του τα<< Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά ΄Οργανα>>. Και τι να πει κανείς για τις ηλεκτρικές κιθάρες και τα αρμόνια με τις τζαζ -ροκ συγχορδίες και τους θορυβώδεις ενισχυτές που ισοπεδώνουν ότι έχει απομείνει...
Για να μην γίνει η αλλοιωμένη και παραποιημένη μορφή της παραδοσιακής μας μουσικής με τη συχνή προβολή της συνείδηση και κατεστημένη αισθητική και τελικά χάσουμε άλλο ένα κομμάτι πολιτισμού αμαχητί, πρέπει πέρα από τις μεμονωμένες προσπάθειες των διαφόρων συλλόγων η ίδια η πολιτεία να φροντίσει για την οργανωμένη διδασκαλία και εκμάθηση σπάνιων παραδοσιακών οργάνων όπως το λαούτο κυρίως στην επαρχία, όπου ενώ υπάρχει πολλές φορές η θέληση, δεν υπάρχει η ανάλογη δυνατότητα.












